Ευρετήριο

Παιδεύω




ΡΙΖΑ: < ΠΑΙΣ (γεν. ΠΑΙΔ-ΟΣ) + ρημ. κατάλ. -ΕΥΩ (βλ.λ. Παῖς).

ΕΡΜΗΝΕΙΑ:

1) Διδάσκω, εκπαιδεύω, οδηγώ, καθοδηγώ, (βλ. συντ. παρατ. 1Αi, 2Α),

2) Διορθώνω, σωφρονίζω, τιμωρώ, διαπαιδαγωγώ (βλ. συντ. παρατ. 1Αi, 1Αii, 2Α, 2Βi).

ΟΜΟΡΡΙΖΑ: Παιδεία Eph 6:4, Παιδευτής Rom 2:30, Παιδίον Mat 2:8, Παιδίσκη Mat 26:69, Παιδιόθεν Mar 9:21, Παῖς Mat 2:16, Παίζω 1Co 10:7.

ΣΥΝΩΝΥΜΑ: Μαθητεύω Mat 32:52, Μαθητής Mat 5:1, Διδακτικός 1Ti 3:2, Προβιβάζω Mat 14:8, Μαθήτρια Act 9:36, Διδακτός Joh 6:45, Μανθάνω Mat 9:13, Διδασκαλία Mat 15:9, Γινώσκω Mar 15:45, Διδάσκαλος Mat 8:19, Καλοδιδάσκαλος Tit 2:3, Ψευδοδιδάσκαλος 2Pe 2:1, Μυῶ Phl 4:12, Διδάσκω Mat 4:23, Κατηχῶ 1Co 14:19, Ἑτεροδιδασκαλῶ 1Ti 1:3.

ΑΝΤΙΘΕΤΑ: Ἀπαίδευτος 2Ti 2:23, Ἀγράμματος Act 4:13.

ΓΡΑΜΜΑΤΙΚΕΣ ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ: Ρήμα α΄ συζυγίας, βαρύτονο.

ΑΡΧΙΚΟΙ ΧΡΟΝΟΙ ΤΟΥ ΡΗΜΑΤΟΣ:

Ενεστ. παιδεύω, Πρτ. ἐπαίδευον, Μέλ. παιδεύσω, Αόρ. ἐπαίδευσα, Πρκ. πεπαίδευκα, Υπερσ. ἐπεπαιδεύκειν.

Μέσ. Ενεστ. παιδεύομαι, Πρτ. ἐπαιδευόμην, Μελ. παθ. παιδευθήσομαι, Αόρ. παθ. ἐπαιδεύθην, Πρκ. πεπαίδευμαι, Υπερσ. ἐπεπαιδεύμην.

Για αναλυτική μελέτη βλ. Αρχαιοελληνική Γραμματική ΤΑ ΡΗΜΑΤΑ.

ΣΥΝΤΑΚΤΙΚΕΣ ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ:

1) Παιδεύω

Α) Μεταβατικό

i) + αιτ.: εκπαιδεύω-διδάσκω κάποιον (2Ti 2:25 …Παιδεύοντα τοὺς ἀντιδιατιθεμένους), σωφρονίζω, διαπαιδαγωγώ κάποιον (Luk 23:16 …Παιδεῦσας οὖν αὐτὸν ἀπολύσω…),

ii) + αναφ.πρ.: σωφρονίζω, διαπαιδαγωγώ κάποιον (Apoc 3:19 …Ὅσους ἐάν φιλῶ… παιδεύω…).

2) Παιδεύομαι

Α) Αμετάβατο: εκπαιδεύομαι, καταρτίζομαι (Act 22:3 …Πεπαιδευμένοι κατ’ ἀκρίβειαν τοῦ …νόμου), τιμωρούμαι (2Co 6:9 …Ὡς παιδευόμενοι καὶ μὴ θανατούμενοι).

Β) Μεταβατικό

i) + ποιητ.αιτ.: διαπαιδαγωγούμαι-εκπαιδεύομαι από… (…Ὑπό τοῦ Κυρίου παιδευόμεθα).

Για αναλυτική μελέτη βλ. Αρχαιοελληνικό Συντακτικό ΣΥΝΤΑΞΙΣ ΤΟΥ ΡΗΜΑΤΟΣ.

ΤΥΠΟΙ ΤΟΥ ΡΗΜΑΤΟΣ ΣΤΟ ΚΕΙΜΕΝΟ:

1) Παιδευθῆ: γ΄ ενικό Οριστικής Αορίστου α΄ Μεσοπαθητικής Φωνής.

2) Παιδεῦον: γ΄ πληθυντικό Οριστικής Παρατατικού Ενεργητικής Φωνής.

3) Παιδεύει: γ΄ ενικό Οριστικής Ενεστώτα Ενεργητικής Φωνής.

4) Παιδευθῶσιν: γ΄ πληθυντικό Υποτακτικής Αορίστου α΄ Μεσοπαθητικής Φωνής.

5) Παιδευόμεθα: α΄ πληθυντικό Οριστικής Ενεστώτα Μεσοπαθητικής Φωνής.

6) Παιδευόμενοι: Ονομαστική πληθυντικού μετοχής αρσενικού γένους του Ενεστώτα Μεσοπαθητικής Φωνής.

7) Παιδεύοντα: Αιτιατική ενικού μετοχής αρσενικού γένους του Ενεστώτα Ενεργητικής Φωνής.

8) Παιδεύοντι: Δοτική ενικού μετοχής αρσενικού γένους του Ενεστώτα Ενεργητικής Φωνής.

9) Παιδεύουσα: Ονομαστική ενικού μετοχής θηλυκού γένους του Ενεστώτα Ενεργητικής Φωνής.

10) Παιδεῦσας: Ονομαστική ενικού μετοχής αρσενικού γένους του Αορίστου Ενεργητικής Φωνής.

11) Παιδεύω: α΄ ενικό Οριστικής Ενεστώτα Ενεργητικής Φωνής.

12) Πεπαιδευμένος: Ονομαστική ενικού μετοχής αρσενικού γένους του Παρακειμένου Μεσοπαθητικής Φωνής.

ΠΑΡΑΛΛΗΛΕΣ ΣΥΜΦΡΑΖΟΜΕΝΕΣ ΕΚΦΡΑΣΕΙΣ:

Παιδεύω (τέκνα – παιδιά)

Σημειώνεται ότι η αποτελεσματική διαπαιδαγώγηση έχει όρια. «Θα πρέπει να σε τιμωρήσω στον κατάλληλο βαθμό», λέει ο Ιεχωβά Θεός στο λαό του στο εδάφιο Jer 46:28, ΜΝΚ. Αυτό είναι ιδιαίτερα ζωτικό να το θυμάται κάποιος όταν δίνει διαπαιδαγώγηση με σωματική τιμωρία. Το χτύπημα ή το ταρακούνημα ενός βρέφους μπορεί να καταλήξει σε εγκεφαλική βλάβη ή ακόμη και σε θάνατο. Το να προχωράει κανείς πέρα από το σκοπό που εξυπηρετεί η διαπαιδαγώγηση —δηλαδή να διορθώσει και να διδάξει—μπορεί να οδηγήσει ακόμα και σε κακοποίηση του παιδιού.

Προτού τιμωρήσει το λαό του, ο Ιεχωβά είπε: «Μη φοβηθής ... διότι εγώ είμαι μετά σου». (Jer 46:28) Η διαπαιδαγώγηση δεν θα πρέπει να αφήνει στο παιδί ένα αίσθημα εγκατάλειψης. Αντίθετα, το παιδί θα πρέπει να νιώθει ότι ο γονέας είναι ‘μαζί του’ και του παρέχει στοργική, ενισχυτική ενθάρρυνση. Αν η σωματική τιμωρία κριθεί απαραίτητη, το παιδί θα πρέπει να καταλάβει το γιατί. Το εδάφιο Pro 29:15 λέει ότι «η ράβδος και ο έλεγχος δίδουσι σοφίαν».

Είναι λυπηρό το γεγονός ότι σήμερα πολλοί κάνουν κατάχρηση ‘της ράβδου’ της γονικής εξουσίας. Ωστόσο, δεν μπορεί να βρεθεί σφάλμα στις ισορροπημένες αρχές της Αγίας Γραφής. (Παράβαλε Deu 32:5). Όταν σκεφτόμαστε «τη ράβδο» στο φως των συμφραζομένων, βλέπουμε ότι χρησιμεύει για να διδάξει τα παιδιά, όχι να τα βλάψει. Όπως συμβαίνει και με άλλα ζητήματα, η Αγία Γραφή αποδεικνύεται θεόπνευστη και πολύτιμη, «ωφέλιμη για διδασκαλία, για έλεγχο, για την τακτοποίηση των ζητημάτων, για διαπαιδαγώγηση στη δικαιοσύνη». (2Ti 3:16, ΜΝΚ).

Το βιβλίο Υπέρβαση του Πόνου αναφέρει: Ένα Βιβλίο για Ενηλίκους που Αφορά Ενηλίκους που Κακοποιήθηκαν ως Παιδιά (Outgrowing the Pain: A Book for and About Adults Abused as Children) προειδοποιεί: «Το ξύλο μπορεί να μετατραπεί σε κακοποίηση του παιδιού όταν γίνεται με ανεξέλεγκτο τρόπο, με δύναμη που είναι αρκετή για να αφήσει τραύματα. Το να χτυπάει κανείς με διάφορα αντικείμενα, να δίνει ξύλο με κλειστή γροθιά, να χτυπάει τα πολύ μικρά παιδιά ή σε ευάλωτα σημεία (πρόσωπο, κεφάλι, στομάχι, μέση, γεννητικά όργανα) μπορεί να αυξήσει την πιθανότητα να μετατραπεί η σωματική τιμωρία σε σωματική βλάβη του παιδιού».

Το βιβλίο Πατρική Εξουσία (Father Power), των Δρ Χένρι Μπίλερ και Ντένις Μέρεντιθ, σημειώνει: «Η σωματική τιμωρία πρέπει να είναι αρκετά ήπια για να είναι αποτελεσματική. Αν προέρχεται από κάποιον τον οποίο αγαπά το παιδί και γνωρίζει ότι και εκείνος το αγαπά, η συναισθηματική επίδραση θα είναι αρκετή για να κάνει το παιδί να αναλογιστεί τι έκανε».

ΑΞΙΟΣΗΜΕΙΩΤΑ ΕΔΑΦΙΑ:

Apoc 3:19: «γ σους ἐὰν φιλ λγχω κα παιδεω· ζλευε ον κα μετανησον.»

Με την κυριολεκτική του έννοια το ρήμα παιδεύω σημαίνει: 1) παιδαγωγώ (ανατρέφω), διδάσκω και μορφώνω ένα νέο παιδί, 2) επίσης τιμωρώ για διόρθωση και σωφρονισμό.

Στα πρωτότυπα ΚΕΙΜ. αναφέρονται και οι ομόρριζες λέξεις παιδαγωγός (1Co 4:15), παιδάριον (Joh 6:9), παιδεία (2Ti 3:16), παιδευτής (Rom 2:20), παιδιόθεν (Mar 9:21), παιδίον (Mat 18:2), παίω (Apoc 9:5), παίζω (1Co 10:7), παῖς (Luk 2:43).

Επιπρόσθετα, όσον αφορά τη λ. παιδεία (ως παράγωγο της λ. παῖς) στα ΚΕΙΜ. αναφέρεται, κυρίως και πρωτίστως, ό,τι χρειάζεται για τη διαπαιδαγώγηση, εκπαίδευση, διόρθωση και τιμωρία των παιδιών.

Υπογραμμίζεται ότι ο Ιεχωβά Θεός, ο Δημιουργός, είναι και ο Μέγας Εκπαιδευτής. Μάλιστα δε προμήθευσε στο ανθρώπινο γένος το Λόγο Του γραμμένο με θεόπνευστο τρόπο, για να διαπαιδαγωγούνται οι άνθρωποι και να μαθαίνουν σχετικά με Εκείνον, το Γιο Του τον Ιησού Χριστό και τη Βασιλεία Του, σύμφωνα με το σκοπό και το θέλημά Του (Deu 8:3-5, 11:2-7, Joh 17:3, 2Ti 3:16, Apoc 3:14,19).

Επίσης δίνει στους Χριστιανούς ο Ιεχωβά Θεός διαπαιδαγώγηση και αναγκαία έγγραφη βοήθεια με το Λόγο Του στις περιπτώσεις αδικοπραγίας, ώστε να επανέρχονται μετανοούντες από τη διάπραξη αμαρτιών και ταυτόχρονα τους προφυλάσσει με κατάλληλη νουθεσία και συμβουλή, για ν’ αποφύγουν την καταδικαστική κρίση και τιμωρία που θα υποστεί ο παρών πονηρός κόσμος που βρίσκεται στην εξουσία του Σατανά ή Διαβόλου (1Co 11:32).

Τέλος το προσωπικό ενδιαφέρον του Ιεχωβά Θεού, δια του Ιησού Χριστού, εκδηλώνεται σήμερα με το διορισμό του Πιστού και Φρόνιμου Δούλου, τον οποίον διορίζει «ως υπεύθυνο στο υπηρετικό προσωπικό του για να τους δίνει την τροφή τους τους στον κατάλληλο καιρό» (Mat 24:45-47). Κατάλληλος καιρός, σύμφωνα με τον αλάνθαστο προφητικό Λόγο του Θεού, είναι ο σημερινός καιρός, διότι εκπληρώνονται οι σχετικές προφητείες – για σήμερα – όπως Mat 24:2-22, 1Ti 3:1-5, Apoc 6:2,4,6,8 κ.α.

Έτσι λοιπόν ο Πιστός και Φρόνιμος Δούλος εκπαιδεύει, κατευθύνει και διδάσκει τους δούλους Του ως υπεύθυνα διορισμένος σε όλα τα υπάρχοντά Του, στα πλαίσια της Βασιλείας Του.

ΠΑΡΑΠΟΜΠΕΣ:

Apoc 3:19: Pro 3:12

1) Η λ. Παιδεύειν στα εδάφια Luk 23:16, Act 7:22, Heb 12:6 θεωρείται παλαιά λ. της "Κοινής" Ελλην. Γλώσσας η οποία δίνει νέα (ή και διευρύνει) έννοια και σημασία. Ως τέτοια περιλαμβάνεται στο κείμενο των Χριστιαν. Ελλην. Γραφών (Καινή Διαθήκη).

2) Η λ. Παιδεύει στο εδάφιο Heb 12:5 αποτελεί παραπομπή από σχετικό εδάφιο Εβρ. Γραφ. (Ο΄ Pro 3:11, 12).

3) Το ρήμα Παιδεύω παράγει το ουσιασατικό Παιδευτής πρόσωπο με το επίθημα (κατάληξη) σε -της το οποίο στο ονοματικό σύστημα της (αρχαίας) Ελλην. Γλώσσας δηλώνει πρόσωπο που ενεργεί.

4) «Τιμωρῶ, κολάζω» Ho 7:12 (Ο΄), Luk 23:16 κ.ά.

1) ΑΓΓΛΙΚΑ: Educate, Chasten, Chastise, Correcting, Instruct, Learn, Learned, Teach.

Παιδεύω, f. εύσω, pf. πεπαίδευκα, Plat. Menex. 96, D; Polit. x, 606, E; to educate or bring up a child; to instruct, Soph. Œd. C. 923; to teach; to admonish, censure, chastise; to discipline, train, to form the body or mind by exercise or practice, Xen. Mem. i, 3; 1. a. ἐπαίδευσα, 1. a. pas. ἐπαιδεύθην, subj. παιδευθῶ, ῆς, ῇ· παιδευθείς ἐλευθέρως, liberally educated, Æschin. c. Ctes.; pf. pas. πεπαίδευμαι, part. πεπαιδευμένος· οἱ πεπαιδευμένοι, pupils, students. Th. παῖς.

2) ΛΑΤΙΝΙΚΑ: Doceo, Instituo, Erudio, Informo, Pullus, Puer, Puella, Paucus, Paulus, Pauper, Paupertas, Corripere.

3) ΓΕΡΜΑΝΙΚΑ: Züchtige, Erziehen.

4) ΙΤΑΛΙΚΑ: Chasten, Educare.

5) ΓΑΛΛΙΚΑ: Chasten, Eduquer.

6) ΙΣΠΑΝΙΚΑ: Castigar, Educar.

7) ΠΟΡΤΟΓΑΛΙΚΑ: Castigar, Educar.

8) ΟΛΛΑΝΔΙΚΑ: Kuisen, Opvoeden.