Ευρετήριο

Αὐλή



ΡΙΖΑ: < Ι.Ε. *AW- "διανυκτερεύω, κοιμούμαι", πβ. σανσκρ. VAYAMI "κουράζομαι".

ΕΡΜΗΝΕΙΑ: Αυλή, χώρος σπιτιού ή γενικά κτηρίου ανοικτός, υπαίθριος, περιτειχισμένος.

ΟΜΟΡΡΙΖΑ: Προαύλιον Mar 14:68, Ἀγραυλῶ Luk 2:8.

ΣΥΝΩΝΥΜΑ: Πραιτώριον Mar 15:16, Ποίμνη Joh 10:16, Φυλάσσω Φύλαξ Luk 2:8, Πρόδρομος Heb 6:20.

ΑΝΤΙΘΕΤΑ: Ἀγορά Mat 11:16, Ἀγοραῖος Act 17:5, 19:38.

ΓΡΑΜΜΑΤΙΚΕΣ ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ: Ουσιαστικό α΄ κλίσης, θηλυκού γένους: Αὐλή, -ῆς.

Για αναλυτική μελέτη βλ. Αρχαιοελληνική Γραμματική ΤΑ ΟΝΟΜΑΤΑ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΑ.

ΤΥΠΟΙ ΤΟΥ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΟΥ ΣΤΟ ΚΕΙΜΕΝΟ:

1) Αὐλαῖς: Δοτική πληθυντικού.

2) Αὐλάς: Αιτιατική πληθυντικού.

3) Αὐλή: Ονομαστική ενικού.

4) Αὐλήν: Αιτιατική ενικού.

5) Αὐλῆς: Γενική ενικού.

ΠΑΡΑΠΟΜΠΕΣ:

Apoc 11:2: Jek 40:17  Luk 21:24  Heb 12:22  Apoc 21:2  Apoc 13:5

1) ΑΓΓΛΙΚΑ: Yard, Court, Fold, Hall, Palace, Praetorium.

Αὐλή, ῆς, , a court-yard; a court, hall, or saloon; a hall or dining-room, Aristoph. Vesp. 1215; a vestibule; a palace; also a sheepfold or yard, Il. iv, 433; the abode of the dead, Eurip. Alc. 269. Hence the English word HALL.

2) ΛΑΤΙΝΙΚΑ: Atrium, Ovile, Navale.

3) ΓΕΡΜΑΝΙΚΑ: Yard, Court, Fold, Hall, Palace, Praetorium.

4) ΙΤΑΛΙΚΑ: Yard, Tribunale, Fold, Hall, Palazzo Pretorio.

5) ΓΑΛΛΙΚΑ: Cour, Fold, Hall, Palais Prétoire.

6) ΙΣΠΑΝΙΚΑ: Patio, Corte, Plegado, Hall, Palacio Pretorio.

7) ΠΟΡΤΟΓΑΛΙΚΑ: Quintal, Corte, dobra, Hall, Palace, Praetorium.

8) ΟΛΛΑΝΔΙΚΑ: Yard, Hof, Fold, Hall, Palace, Praetorium.