Ευρετήριο

Ἀσχημοσύνη



ΡΙΖΑ: < ΑΣΧΗΜΩΝ + -ΟΣΥΝΗ, ΑΣΧΗΜΩΝ < Α- στερητ. + ΣΧΗΜΑ < θ. ΣΧΗ- από τον μέλλοντα ΣΧΗ-ΣΩ του ΕΧΩ, βλ.λ. (Βλ. ΕΙΔ. ΧΑΡΑΚΤΗΡ. ΤΟΥ ΛΟΓΟΥ 1 και 3).

ΕΡΜΗΝΕΙΑ: Απρέπεια, αισχρότητα, ανηθικότητα.

ΟΜΟΡΡΙΖΑ: Ἀσχημονῶ 1Co 7:36.

ΣΥΝΩΝΥΜΑ: Αἰσχύνη Luk 14:9, Ἐντροπή 1Co 6:5, Αἰσχρός 1Co 11:6.

ΑΝΤΙΘΕΤΑ: Κόσμιος 1Ti 2:9, 3:2, Εὐσχήμων Act 13:50, 1Co 7:35, Εὐσχημόνως Rom 13:13, 1Co 14:40.

ΓΡΑΜΜΑΤΙΚΕΣ ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ: Ουσιαστικό α΄ κλίσης, θηλυκού γένους: Ἀσχημοσύνη, -ης.

Για αναλυτική μελέτη βλ. Αρχαιοελληνική Γραμματική ΤΑ ΟΝΟΜΑΤΑ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΑ.

ΤΥΠΟΙ ΤΟΥ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΟΥ ΣΤΟ ΚΕΙΜΕΝΟ:

1) Ἀσχημοσύνην: Αιτιατική ενικού.

ΠΑΡΑΠΟΜΠΕΣ:

Apoc 16:15: Apoc 3:18

1) Η σύνθετη αυτή λ. Ἀσχημοσύνη (βλ. ΡΙΖΑ) αποτελεί (ως σύνθεση) ένα από τα γνωρίσματα της «Κοινής» Ελληνικής γλώσσας τα οποία περιλαμβάνονται στις Χριστιανικές Ελληνικές Γραφές (Καινή Διαθήκη).

2) Η λ. Ἀσχημοσύνη χρησιμοποιείται σε μοναδική αναγραφή στο πρωτότυπο κείμενο των Χριστιανικών Ελληνικών Γραφών (Καινή Διαθήκη.

3) Το βασικό στερητικό πρόθεμα Α- και Αν- της Αρχαίας Ελληνικής γλώσσας εκφράζει έλλειψη, στέρηση, απουσία και γενικά (εκφράζει) αντίθεση του δηλουμένου από το υπόλοιπο μέρος της λέξης (παραβ.: Ἄ-κακος Rom 16:18, Heb 7:26, Ἄ-καρπος Mat 13:22, Ἄ-νομος Luk 22:37, Act 2:23, Ἄ-σοφος Eph 5:15). Το στερητικό πρόθεμα Α- και Αν- προέρχεται από την Ι.Ε. ρίζα Ν- (ημίφωνο), η οποία είναι συνεσταλμένη μορφή της ρίζας Νε-, η οποία έχει διατηρηθεί στις λ. Νη-στεύω (Mat 4:2), Νη-στεία (Luk 2:37), Νῆ-στις (Mat 15:32). Σημειώνεται ότι το Α- εμφανίζεται όταν ακολουθεί σύμφωνο (παραβ. Ἄ-κακος Rom 16:18, Ἀ-κατάλυτος Heb 7:16). Το δε Αν- όταν ακολουθεί φωνήεν (παραβ. Ἀν-εξιχνίαστος Rom 11:33, Ἀν-επίλημπτος 1Ti 3:2).

1) ΑΓΓΛΙΚΑ: Shame, Unseemliness, Unseemly.

Ἀσχημοσύνη, ης, , indecency, Æschin. c. Ctes.; indecorum, indecent gesture; in Rom. I, 27, shameful lewdness; ill behaviour; want of grace.

2) ΛΑΤΙΝΙΚΑ: Turpitudo, Pudor dedecori, Turpis.

3) ΓΕΡΜΑΝΙΚΑ: Shame, Unseemliness, Unseemly.

4) ΙΤΑΛΙΚΑ: Vergogna, Sconvenienza, Sconveniente.

5) ΓΑΛΛΙΚΑ: Honte, Inconvenance, Inconvenant.

6) ΙΣΠΑΝΙΚΑ: Vergüenza, Indecencia, Inestética.

7) ΠΟΡΤΟΓΑΛΙΚΑ: Vergonha, Nudez indecente.

8) ΟΛΛΑΝΔΙΚΑ: Schaamte, Onbetamelijkheid, Onbetamelijk.