Ευρετήριο

Ἄρχω


ΡΙΖΑ: Αβεβ. ετύμου, ίσως έχει σχέση με ομηρ. ΟΡΧΑΜΟΣ «ηγέτης, προπορευόμενος», αν λάβουμε υπ' όψιν το ουσ. ΟΡΧA «αρχή».

ΕΡΜΗΝΕΙΑ: Κυβερνώ, είμαι αρχηγός, διοικώ, εξουσιάζω.

ΟΜΟΡΡΙΖΑ: Ἄρχομαι Mat 20:8, Luk 3:8, 23, Ἀρχή Mat 19:4, 24:8, Ἀρχαῖος Mat 5:21, Luk 9:8, Ἄρχων Mat 9:18, 20:25, Ἄρχάπελος 1Th 4:16, Ἀρχιερεύς Mat 2:4, Ἀρχιερατικός Act 4:6, Ἀρχισυναγωγός Luk 8:49, 13:14, Ἀρχιποίμην 1Pe 5:4, Ἀρχιτέκτων 1Co 3:10, Ἀρχιτρίκλινος Joh 2:8, 9, Ἀρχιτελώνης Luk 19:2, Ἀρχίζω Mat 11:7, Ἀπαρχή Rom 8:23.

ΣΥΝΩΝΥΜΑ: Βασιλεύω Apoc 5:10, Ἡγεμονεύω Luk 2:2, Ἐξουσία Eph 2:2, Ἡγοῦμαι Phl 2:3.

ΑΝΤΙΘΕΤΑ: Ὑποτάσσομαι Luk 2:51, 10:17, 20, Ὑποταγή 2Co 9:13, Gal 2:5.

ΓΡΑΜΜΑΤΙΚΕΣ ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ: Ρήμα α΄ συζυγίας, βαρύτονο.

ΑΡΧΙΚΟΙ ΧΡΟΝΟΙ ΤΟΥ ΡΗΜΑΤΟΣ:

Ενεστ. ἄρχω, Πρτ. ἦρχον, Μέλ. ἄρξω, Αόρ. ἦρξα, Πρκ. ἦρχα, Υπερσ. ἤρχειν.

Για αναλυτική μελέτη βλ. Αρχαιοελληνική Γραμματική ΤΑ ΡΗΜΑΤΑ.

ΣΥΝΤΑΚΤΙΚΕΣ ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ:

1) Ἄρχω

Α) Μεταβατικό

i) + γεν.: κυβερνώ/εξουσιάζω κάποιον (Mar 10:42... οἱ δοκοῦντες ἄρχειν τῶν ἐθνῶν...).

Για αναλυτική μελέτη βλ. Αρχαιοελληνικό Συντακτικό ΣΥΝΤΑΞΙΣ ΤΟΥ ΡΗΜΑΤΟΣ.

ΤΥΠΟΙ ΤΟΥ ΡΗΜΑΤΟΣ ΣΤΟ ΚΕΙΜΕΝΟ:

1) Ἄρχειν: Απαρέμφατο Ενεστώτα Ενεργητικής Φωνής.

2) Ἄρχουσιν: γ΄ πληθυντικό Οριστικής Ενεστώτα Ενεργητικής Φωνής.

ΠΑΡΑΠΟΜΠΕΣ:

Apoc 1:5: Psa 89:37  Apoc 3:14  Col 1:18  Psa 89:27  1Ti 6:15  Apoc 19:16  Joh 15:9  Heb 9:14  1Pe 1:19  1Jo 1:7

1) Η λ. Ἄρχω χρησιμοποιείται σπάνια στο πρωτότυπο κείμενο των Χριστιανικών Ελληνικών Γραφών (Καινή Διαθήκη).

1) ΑΓΓΛΙΚΑ: Rule, Grooming, Dominance, Regular, Declare, Supporting, Driving, Enacting, Predominate, Mastering, Scratch.

2) ΛΑΤΙΝΙΚΑ: Incipio, Initium Facio Ή Sumo, Principatum Obtineo, Impero, Imperium Teneo, Dominor, Praesum, Magistratum Gero, Magistratu Fungor, Sum Sub Principatu, Principari, Regere.

3) ΓΕΡΜΑΝΙΚΑ: Regieren, Entscheiden, Beherrschen, Walten, Herrschen Όber, Zόgeln, Linieren.

4) ΙΤΑΛΙΚΑ: Governare, Dominare, Regolare, Dichiarare, Reggere, Guidare, Decretare, Predominare, Padroneggiare, Rigare.

5) ΓΑΛΛΙΚΑ: Statuer, Gouverner, Decider, Juger, Dominer, Declarer, Regler, Rayer, Mener.

6) ΙΣΠΑΝΙΚΑ: Gobernar, Decidir, Regir, Fallar, Trazar.

7) ΠΟΡΤΟΓΑΛΙΚΑ: Governar, Dominar, Reger, Dirigir, Administrar, Conter, Subjugar, Refrear.

8) ΟΛΛΑΝΔΙΚΑ: Grooming, Dominantie, Regular, Verklaren, Ondersteuning, Rijden, Enacting, Overheersen, Mastering, Scratch.