Ευρετήριο

Ἅρμα



ΡΙΖΑ: < Ι.Ε. *AR- "συνδέω, συναρμόζω", πβ. λατ. ARMA "άπλα", σανσκρ. IRMAS "βραχίονας, μπράτσο", αγγλ. ARM "όπλο, μπράτσο". Η δασύτητα της λ. ΑΡΜΑ οφείλεται σε επίθημα -SMN, *AR-SMN > SAR-MN (με μετάθεση της δασύτητας) > HAR-MN > ΑΡΜΑ.

ΕΡΜΗΝΕΙΑ: Δίτροχο όχημα, άμαξα, πολεμικό άρμα.

ΟΜΟΡΡΙΖΑ: Ἁρμός Heb 4:12, Ἁρμόζομαι 2Co 11:2.

ΣΥΝΩΝΥΜΑ: Ρέδη Apoc 18:13.

ΑΝΤΙΘΕΤΑ: Πεζῆ Mat 14:13, Mar 6:33, Ὁδοιπορῶ Act 10:9.

ΓΡΑΜΜΑΤΙΚΕΣ ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ: Ουσιαστικό γ΄ κλίσης, ουδετέρου γένους: Ἅρμα, -ατος.

Για αναλυτική μελέτη βλ. Αρχαιοελληνική Γραμματική ΤΑ ΟΝΟΜΑΤΑ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΑ.

ΤΥΠΟΙ ΤΟΥ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΟΥ ΣΤΟ ΚΕΙΜΕΝΟ:

1) Ἅρμα: Αιτιατική ενικού.

2) Ἅρματι: Δοτική ενικού.

3) Ἅρματος: Γενική ενικού.

4) Ἁρμάτων: Γενική πληθυντικού.

ΠΑΡΑΠΟΜΠΕΣ:

Apoc 9:9: Joe 2:5

ΕΒΔΟΜΗΚΟΝΤΑ (Ο'): Gen 41:43, Exo 14:17, 18.

1) ΑΓΓΛΙΚΑ: Chariot.

Ἅρμα, ατος, τό, a chariot, particularly a war-chariot, in Hom. often in pl. for sing.; a car with two wheels; a four-horse chariot. A ship is often called by the poets ἅρμα θαλάσσης, chariot of the sea or of the ocean. See Beck’s Eurip. note on ναΐαν ἀπήνη, Med. 1122. See also ἀπήνη. Also the team or horses of the car, Xen. Cyr. viii, 1, 6. See next.

2) ΛΑΤΙΝΙΚΑ: Currus.

3) ΓΕΡΜΑΝΙΚΑ: Chariot.

4) ΙΤΑΛΙΚΑ: Chariot.

5) ΓΑΛΛΙΚΑ: Chariot.

6) ΙΣΠΑΝΙΚΑ: Carruaje.

7) ΠΟΡΤΟΓΑΛΙΚΑ: Biga.

8) ΟΛΛΑΝΔΙΚΑ: Strijdwagen.