Ευρετήριο

Ἀπώλεια



ΡΙΖΑ: < ΑΠΟΛΛΥΜΙ < ΑΠΟ + ΟΛΛΥΜΙ, (βλ. ΕΙΔ. ΧΑΡΑΚΤΗΡ. ΤΟΥ ΛΟΓΟΥ 1 και 2). ΟΛΛΥΜΙ < *ΟΛ-ΝΥ-ΜΙ.

ΕΡΜΗΝΕΙΑ:

1) Καταστροφή, όλεθρος.

2) Απώλεια, σπατάλη.

ΟΜΟΡΡΙΖΑ: Ἀπό Mat 5:29, 30, Ἀπόλλυμι Luk 5:37.

ΣΥΝΩΝΥΜΑ: Ὄλεθρος 1Co 5:5, Ὀλοθρευτής 1Co 10:10, Φθορά 2Pe 2:12, Καταστροφή 2Ti 2:14, Συντρίμμια Rom 3:16.

ΑΝΤΙΘΕΤΑ: Σωτηρία Heb 2:3, Κέρδος Phl 3:7, Tit 1:11.

ΓΡΑΜΜΑΤΙΚΕΣ ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ: Ουσιαστικό α΄ κλίσης, θηλυκού γένους: Ἀπώλεια, –ας.

Για αναλυτική μελέτη βλ. Αρχαιοελληνική Γραμματική ΤΑ ΟΝΟΜΑΤΑ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΑ.

ΤΥΠΟΙ ΤΟΥ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΟΥ ΣΤΟ ΚΕΙΜΕΝΟ:

1) Ἀπώλεια: Ονομαστική ενικού.

2) Ἀπώλειαν: Αιτιατική ενικού.

3) Ἀπωλείας: Γενική ενικού.

ΝΟΜΟΙ-ΕΝΤΟΛΕΣ-ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ-ΠΡΟΣΤΑΓΕΣ-ΥΠΕΝΘΥΜΙΣΕΙΣ:

Apoc 17:11: «κα τ θηρον ν κα οκ στιν κα ατς γδος στιν κα κ τν πτ στιν, κα ες πλειαν πγει.»

Το χάσιμο, το να χάνεται κάποιος (ή κάτι) «το να βρίσκεται στην οδό της απωλείας»(πορεία για αφανισμό).

ΠΑΡΑΠΟΜΠΕΣ:

Apoc 17:8: Apoc 13:17  Apoc 20:1  Exo 32:32  Psa 69:28  Phl 4:3  Apoc 13:8

1) Η λ. Ἀπώλεια ανήκει στην κατηγορία των συνθέτων λέξεων της Αρχαίας Ελληνικής γλώσσας με την προσθήκη πρόθεσης. Η σύνθεση αυτή δημιουργείται στα πλαίσια του Μεταρηματικού και του Μετονοματικού Συστήματος του Αρχαίου Ελληνικού γλωσσολογίου.

2) Η σύνθετη αυτή λ. Ἀπώλεια (βλ. ΡΙΖΑ) αποτελεί (ως σύνθεση) ένα από τα γνωρίσματα της «Κοινής» Ελληνικής γλώσσας τα οποία περιλαμβάνονται στις Χριστιανικές Ελληνικές Γραφές (Καινή Διαθήκη).

3) Θρησκευτικά και ηθικά, ἡ ἀπώλεια, ἡ καταστροφὴ τῆς ψυχῆς, «ἡ ὁδὸς ἡ ἀπάγουσα εἰς τὴν ἀπώλειαν» Mat 7:13, «σκεύη ὀργῆς κατηρτισμένα εἰς ἀπώλειαν» Rom 9:22, 2Th 2:3.

1) ΑΓΓΛΙΚΑ: Destruction, Perdition, Perish, Pernicious, Waste.

Ἀπωλεία, ας, , destruction, ruin; loss, death. Fr. ἀπόλλυμι.

2) ΛΑΤΙΝΙΚΑ: Amissio.

3) ΓΕΡΜΑΝΙΚΑ: Niederlagen.

4) ΙΤΑΛΙΚΑ: Perdita.

5) ΓΑΛΛΙΚΑ: Perte.

6) ΙΣΠΑΝΙΚΑ: Pérdida.

7) ΠΟΡΤΟΓΑΛΙΚΑ: Perda.

8) ΟΛΛΑΝΔΙΚΑ: Verlies.