Ευρετήριο

Ἀποφέρω



ΡΙΖΑ: < ΑΠΟ + ΦΕΡΩ, (βλ. ΕΙΔ. ΧΑΡΑΚΤΗΡ. ΤΟΥ ΛΟΓΟΥ 1 και 2) (βλ.λ. Φέρω).

ΕΡΜΗΝΕΙΑ: Φέρω, μεταφέρω, οδηγώ.

ΟΜΟΡΡΙΖΑ: Ἀπό Mat 5:29,30, Φέρω Mar 4:8, Εἰσφέρω Act 17:20, Ἐπιφέρω Rom 3:5, Προσφέρω Mat 25:20, Συμφέρω Act 19:19.

ΣΥΝΩΝΥΜΑ: Προσάγω Act 16:20, Παρέχω Act 16:16, Εὐφορῶ Luk 12:16, Συγκομίζω Act 8:2, Ἐκκομίζω Luk 7:12, Ἀπάγω Mat 7:13, 14, Πορισμός 1Ti 6:5.

ΑΝΤΙΘΕΤΑ: Παραμένω Phl 1:25.

ΓΡΑΜΜΑΤΙΚΕΣ ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ: Ρήμα α΄ συζυγίας, βαρύτονο.

ΑΡΧΙΚΟΙ ΧΡΟΝΟΙ ΤΟΥ ΡΗΜΑΤΟΣ:

Ενεστ. ἀποφέρω, Πρτ. ἀπέφερον, Μέλ. ἀποίσω, Αόρ. ἀπήνεγκα (ἀπήνεγκον), Πρκ. ἀπενήνοχα, Υπερσ. ἀπενηνόχειν.

Μέσ. Ενεστ. ἀποφέρομαι, Πρτ. ἀπεφερόμην, Μέλ. μέσ. ἀποίσομαι, Μελ. παθ. ἀπενεχθήσομαι, Αόρ. μέσ. ἀπηνεγκάμην, Αόρ. παθ. ἀπηνέχθην,  Πρκ. ἀπενήνεγμαι, Υπερσ. ἀπενηνέγμην.

Για αναλυτική μελέτη βλ. Αρχαιοελληνική Γραμματική ΤΑ ΡΗΜΑΤΑ.

ΣΥΝΤΑΚΤΙΚΕΣ ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ:

1) Ἀποφέρω

Α) Μεταβατικό

i) + αιτ.: οδηγώ-μεταφέρω κάποιον ή κάτι (Mar 15:1 …Δήσαντες τὸν Ἰησοῦν ἀπήνεγκαν καὶ παρέδωσαν…),

ii) + αιτ. + εμπρ.πρ.: οδηγώ κάποιον κάπου (Apoc 17:3 …Απήνεγκέν με εἰς ἔρημον ἐν πνεύματι…).

2) Ἀποφέρομαι

Α) Μεταβατικό

i) + εμπρ.πρ.: οδηγούμαι-μεταφέρομαι κάπου (Act 19:12 …Ὥστε καὶ ἐπί τοὺς ἀσθενοῦντας ἀποφέρεσθαι ἀπό τοῦ χρωτός αυτοῦ σουδάρια).

Για αναλυτική μελέτη βλ. Αρχαιοελληνικό Συντακτικό ΣΥΝΤΑΞΙΣ ΤΟΥ ΡΗΜΑΤΟΣ.

ΤΥΠΟΙ ΤΟΥ ΡΗΜΑΤΟΣ ΣΤΟ ΚΕΙΜΕΝΟ:

1) Ἀπενεγκεῖν: Απαρέμφατο Αορίστου β΄ Ενεργητικής Φωνής.

2) Ἀπενεχθῆναι: Απαρέμφατο Αορίστου α΄ Μεσοπαθητικής Φωνής.

3) Ἀπήνεγκαν: γ΄ πληθυντικό Οριστικής Αορίστου Ενεργητικής Φωνής.

4) Ἀπήνεγκεν: γ΄ ενικό Οριστικής Αορίστου Ενεργητικής Φωνής.

5) Ἀποφέρεσθαι: Απαρέμφατο Ενεστώτα Μεσοπαθητικής Φωνής.

ΠΑΡΑΠΟΜΠΕΣ:

Apoc 17:3: Jek 37:1  Apoc 1:10  Apoc 13:15  Mar 3:29  Apoc 17:9

Apoc 21:10: Hsa 2:2  Jek 40:2  Mic 4:1  Hsa 52:1  Heb 12:22  Apoc 3:12  Apoc 21:2

1) Η λ. Ἀποφέρω ανήκει στην κατηγορία των συνθέτων λέξεων της Αρχαίας Ελληνικής γλώσσας με την προσθήκη πρόθεσης. Η σύνθεση αυτή δημιουργείται στα πλαίσια του Μεταρηματικού και του Μετονοματικού Συστήματος του Αρχαίου Ελληνικού γλωσσολογίου.

2) Η σύνθετη αυτή λ. Ἀποφέρω (βλ. ΡΙΖΑ) αποτελεί (ως σύνθεση) ένα από τα γνωρίσματα της «Κοινής» Ελληνικής γλώσσας τα οποία περιλαμβάνονται στις Χριστιανικές Ελληνικές Γραφές (Καινή Διαθήκη).

1) ΑΓΓΛΙΚΑ: Bring, Carry.

Ἀποφέρω, f. ἀποίσω, to carry away, to take away; ἀπόφερε, away with, Aristoph. Pac. 1221; to carry off or win a prize, etc.; to bring back or restore; to designate; to name or appoint; to carry the name of an accused person to the archon; to appoint a day for trial, Dem. de Coron.; to pay or discharge; ἀποφέρειν ναύτας, to muster the sailors, Dem. de Coron.; to render an account to, Æschin. c. Ctes.; ἀποφέρομαι, to emanate from, to flow or proceed from; 1. a. ind. act. ἀπήνεγκα, Ion. ἀπένεικα, Il. xiv, 255; 2. a. ind. act. ἀπήνεγκον, p. m. ἀπενήνοχα, 1. a. ind. pas. ἀπηνέχθην, 1. a. inf. pas. ἀπενεχθῆναι, 2. a. inf. act. ἀπενεγκεῖν;its futures are formed from οἴω, obsolete, and its aorists from ἐνέγκω, obsol. Th. φέρω.

2) ΛΑΤΙΝΙΚΑ: Auferre, Deferri, Ducere Perferre, Portari, Tollere.

3) ΓΕΡΜΑΝΙΚΑ: Bringen Sie in.

4) ΙΤΑΛΙΚΑ: Portare in.

5) ΓΑΛΛΙΚΑ: Apportez.

6) ΙΣΠΑΝΙΚΑ: Traer.

7) ΠΟΡΤΟΓΑΛΙΚΑ: Trazer.

8) ΟΛΛΑΝΔΙΚΑ: Inbrengen.