Ευρετήριο

Ἀπολύω



ΡΙΖΑ: < ΑΠΟ + ΛΥΩ, (βλ. ΕΙΔ. ΧΑΡΑΚΤΗΡ. ΤΟΥ ΛΟΓΟΥ 4 και 5) (βλ.λ. Λύω).

ΕΡΜΗΝΕΙΑ:

1) Απελευθερώνω, απολυτρώνω, αφήνω κάποιον ελεύθερο.

2) (Για δίκη) αθωώνω.

3) (Στον γάμο) χωρίζω, παίρνω διαζύγιο.

4) Συγχωρώ.

5) Αποχωρώ, απέρχομαι.

6) Αφήνω κάποιον να πεθάνει.

ΟΜΟΡΡΙΖΑ: Ἀπό Mat 5:29, 30, Λύω Mat 5:19, Mar 1:7, Ἀποστάσιον Mat 5:31, Λύσις 1Co 7:27.

ΣΥΝΩΝΥΜΑ: Ἀπέρχομαι Mat 2:22, Ὑπάγω Jac 2:16, Ἐξέρχομαι Mat 9:31, Ἀναχωρῶ Mat 2:12, Ἀποχωρῶ Mat 7:23, Ἀποστέλλω Luk 4:18, Συναποστέλλω 2Co 12:18, Ἀπαλλάσσω Luk 12:58, Ἀνίημι Act 16:26, Ἀφίημι 1Co 7:11, Χωρίζω Act 1:4, Ἀποχωρίζω Act 15:39, Διαχωρίζω Luk 9:33, Πέμπω Mat 2:8, Ἀναπέμπω Luk 23:7, Ἐκπέμπω Act 13:4, Πορεύω Mat 2:9, Πορεύομαι Luk 7:22, Παραπορεύομαι Mar 2:23, Ἐκπορεύω Mat 20:29, Ἐκβάλλω Mar 1:43, Μεταβαίνω Mat 8:34, Ἀπέρχομαι Act 4:15, Ἀποτάσσομαι Mar 6:46, Ἐλεύθερος 1Co 7:39, Ἀνάγω Act 27:12.

ΑΝΤΙΘΕΤΑ: Δουλαγωγῶ 1Co 9:27, Δουλῶ Act 7:6, Σώζω Mat 1:21, Διασώζω Mat 14:36, Φυλάσσω Luk 11:28, Διαφυλάσσω Luk 4:10.

ΓΡΑΜΜΑΤΙΚΕΣ ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ: Ρήμα α΄ συζυγίας, βαρύτονο.

ΑΡΧΙΚΟΙ ΧΡΟΝΟΙ ΤΟΥ ΡΗΜΑΤΟΣ:

Ενεστ. ἀπολύω, Πρτ. ἀπέλυον, Μέλ. ἀπολύσω, Αόρ. ἀπέλυσα, Πρκ. ἀπολέλυκα, Υπερσ. ἀπελελύκειν.

Μέσ. Ενεστ. ἀπολύομαι, Πρτ. ἀπελυόμην, Μέλ. μέσ. ἀπολύσομαι, Μελ. παθ. ἀπολυθήσομαι, Αόρ. μέσ. ἀπελυσάμην, Αόρ. παθ. ἀπελύθην, Πρκ. ἀπολέλυμαι, Υπερσ. ἀπελελύμην.

Για αναλυτική μελέτη βλ. Αρχαιοελληνική Γραμματική ΤΑ ΡΗΜΑΤΑ.

ΣΥΝΤΑΚΤΙΚΕΣ ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ:

1) Ἀπολύω

Α) Μεταβατικό

i) + αιτ.: αφήνω κάποιον, απελευθερώνω κάποιον (Mat 18:27 …Σπλαχνισθείς δὲ ὁ κύριος τοῦ δούλου... ἀπέλυσεν αὐτὸν), διώχνω κάποιον (Mat 14:15 …Ἀπόλυσον τοὺς ὄχλους…), παίρνω διαζύγιο από… (Mat 1:19 …Ἐβουλήθη λάθρα ἀπολῦσαι αὐτὴν), αθωώνω κάποιον (Joh 19:10 …Ἐξουσίαν ἔχω ἀπολῦσαι σε), συγχωρώ κάποιον (Luk 6:37 …Ἀπολύετε καὶ ἀπολυθήσεσθε…), αφήνω κάποιον να πεθάνει (Luk 2:29 …Νῦν ἀπολύεις τὸν δοῦλον σου…).

2) Ἀπολύομαι

Α) Αμετάβατο: απελευθερώνομαι, αποπέμπομαι (Act 15:33 …Ἀπελύθησαν μετ’ εἰρήνης...), συγχωρούμαι (Luk 6:37 …Ἀπολύετε καὶ ἀπολυθήσεσθε...).

Β) Μεταβατικό

i) + γεν.: απαλλάσσομαι από… (Luk 13:12 …Γῦναι, ἀπολέλυσαι τῆς ἀσθενείας σου).

Για αναλυτική μελέτη βλ. Αρχαιοελληνικό Συντακτικό ΣΥΝΤΑΞΙΣ ΤΟΥ ΡΗΜΑΤΟΣ.

ΤΥΠΟΙ ΤΟΥ ΡΗΜΑΤΟΣ ΣΤΟ ΚΕΙΜΕΝΟ:

1) Ἀπελύθησαν: γ΄ πληθυντικό Οριστικής Αορίστου α΄ Μεσοπαθητικής Φωνής.

2) Ἀπελύοντο: γ΄ πληθυντικό Οριστικής Παρατατικού Μεσοπαθητικής Φωνής.

3) Ἀπέλυσαν: γ΄ πληθυντικό Οριστικής Αορίστου Ενεργητικής Φωνής.

4) Ἀπέλυσεν: γ΄ ενικό Οριστικής Αορίστου Ενεργητικής Φωνής.

5) Ἀπολελυμένην: Αιτιατική ενικού μετοχής θηλυκού γένους του Παρακειμένου Μεσοπαθητικής Φωνής.

6) Ἀπολελυμένον: Αιτιατική ενικού μετοχής αρσενικού γένους του Παρακειμένου Μεσοπαθητικής Φωνής.

7) Ἀπολέλυσαι: β΄ ενικό Οριστικής Παρακειμένου Μεσοπαθητικής Φωνής.

8) Ἀπολέλυσθαι: Απαρέμφατο Παρακειμένου Μεσοπαθητικής Φωνής.

9) Ἀπολύειν: Απαρέμφατο Ενεστώτα Ενεργητικής Φωνής.

10) Ἀπολύεις: β΄ ενικό Οριστικής Ενεστώτα Ενεργητικής Φωνής.

11) Ἀπολύετε: β΄ πληθυντικό Οριστικής Ενεστώτα Ενεργητικής Φωνής.

12) Ἀπολυθέντες: Ονομαστική πληθυντικού μετοχής αρσενικού γένους του Αορίστου α΄ Μεσοπαθητικής Φωνής.

13) Ἀπολυθήσεσθε: β΄ πληθυντικό Οριστικής Μέλλοντα α΄ Μεσοπαθητικής Φωνής.

14) Ἀπολῦσαι: Απαρέμφατο Αορίστου Ενεργητικής Φωνής.

15) Ἀπολύσασα: Ονομαστική ενικού μετοχής θηλυκού γένους του Αορίστου Ενεργητικής Φωνής.

16) Ἀπολύσῃ: γ΄ ενικό Υποτακτικής Αορίστου Ενεργητικής Φωνής.

17) Ἀπολύσῃς: β΄ ενικό Υποτακτικής Αορίστου Ενεργητικής Φωνής.

18) Ἀπόλυσον: β΄ ενικό Προστακτικής Αορίστου Ενεργητικής Φωνής.

19) Ἀπολύσω: α΄ ενικό Υποτακτικής Αορίστου Ενεργητικής Φωνής.

20) Ἀπολύων: Ονομαστική ενικού μετοχής αρσενικού γένους του Ενεστώτα Ενεργητικής Φωνής.

21) Ἀπέλυεν: γ΄ ενικό Οριστικής Παρατατικού Ενεργητικής Φωνής.

22) Ἀπολύει: γ΄ ενικό Οριστικής Ενεστώτα Ενεργητικής Φωνής.

23) Ἀπολύθῃτε: β΄ πληθυντικό Υποτακτικής Αορίστου α΄ Μεσοπαθητικής Φωνής.

24) Ἀπολύσας: Ονομαστική ενικού μετοχής αρσενικού γένους του Αορίστου Ενεργητικής Φωνής.

1) Η λ. Ἀπολύεις στο εδάφιο Luk 2:29 περιλαμβάνεται σε μια περιγραφή με ποιητική έξαρση ως ένας ύμνος χωρίς μέτρο. Πρόκειται για ένα λογοτεχνικό χαρακτηριστικό του (πρωτότυπου) κειμένου των Χριστιανικών Ελληνικών Γραφών (Καινή Διαθήκη).

2) Η λ. Ἀπόλυση στο εδάφιο Mat 5:31 αποτελεί παραπομπή από σχετικό εδάφιο Εβρ. Γραφ. (Ο΄ Exo 24:1).

3) Η λ. Ἀπόλυσον στο εδάφιο Mat 15:23 στο εδάφιο περιλαμβάνεται σε μια πρόταση η οποία διακρίνεται για τη «βραχύτητα της περιόδου» αυτής. Πρόκειται για ένα λογοτεχνικό χαρακτηριστικό της «Κοινής» Ελληνικής γλώσσας το οποίο περιλαμβάνεται στις Χριστιανικές Ελληνικές Γραφές (Καινή Διαθήκη).

4) Η λ. Ἀπολύω ανήκει στην κατηγορία των συνθέτων λέξεων της Αρχαίας Ελληνικής γλώσσας με την προσθήκη πρόθεσης. Η σύνθεση αυτή δημιουργείται στα πλαίσια του Μεταρηματικού και του Μετονοματικού Συστήματος του Αρχαίου Ελληνικού γλωσσολογίου.

5) Η σύνθετη αυτή λ. Ἀπολύω (βλ. ΡΙΖΑ) αποτελεί (ως σύνθεση) ένα από τα γνωρίσματα της «Κοινής» Ελληνικής γλώσσας τα οποία περιλαμβάνονται στις Χριστιανικές Ελληνικές Γραφές (Καινή Διαθήκη).

ΕΒΔΟΜΗΚΟΝΤΑ (Ο'): Exo 33:11, Num 20:29.

1) α) ΑΓΓΛΙΚΕΣ ΛΕΞΕΙΣ ΜΕ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΡΙΖΑ: Apolysis.

β) ΑΓΓΛΙΚΑ: Depart, Dismiss, Divorce, Forgive, Go, Let, Liberty, Loose.

Ἀπόλλυμι, or ἀπολλύω, f. ἀπολῶ, Poet. ἀπολέσω, or ἀπολέσσω, p. ἀπώλεκα, and Att. ἀπολώλεκα, to destroy, to lose or part with; also in N.T. to frustrate, to deprive of power; ἀπολλύασι, 3. pl. Ion. for ἀπολλύνσι, the ν being changed into α, Thucyd. vii; part. pres. act. ἀπολλύων, οντος, the destroyer; 1. a. ind. act. ἀπώλεσα, p. inf. act. ἀπολωλεκέναι· ἀπολωλεκὼς εἴη, Herodot. I, 44, he had destroyed; pres. ind. pas. ἀπόλλυμαι, to perish, to be destroyed; to be vanquished, to be put to death; fut. mid. ἀπολέπομαι, contr. ἀπολοῦμαι· ὦ κάκιστ’ ἀπολούμενε, Aristoph. Ach. 924, O thou accursed wretch! 2. a. ind. m. ἀπωλόμην, 2. a. subj. m. ἀπόλωμαι, 2. a. inf. m. ἀπολέσθαι, part. 2. a. m. ἀπολόμενος, p. ind. m. ἀπῶλα, Att. ἀπόλωλα, I am ruined, undone; inf. ἀπολωλέναι, and part. ἀπολωλώς, υῖα, ός. Th. ὄλλυμι, to destroy.

2) ΛΑΤΙΝΙΚΑ: Dimittere, Discedere.

3) ΓΕΡΜΑΝΙΚΑ: Abflug, Entlassen.

4) ΙΤΑΛΙΚΑ: Partenza, Elimina.

5) ΓΑΛΛΙΚΑ: Départ, Suppression.

6) ΙΣΠΑΝΙΚΑ: Apartaos, Terminar.

7) ΠΟΡΤΟΓΑΛΙΚΑ: Apartai-Dispensar.

8) ΟΛΛΑΝΔΙΚΑ: Vertrekken, Negeren.