Ευρετήριο

Ἀπόλλυμι και Ἀπολλύω



ΡΙΖΑ: < ΑΠΟ + ΟΛΛΥΜΙ, (βλ. ΕΙΔ. ΧΑΡΑΚΤΗΡ. ΤΟΥ ΛΟΓΟΥ 8 και 9) (βλ.λ. ΟΛΛΥΜΙ < *ΟΛ-ΝΥ-ΜΙ).

ΕΡΜΗΝΕΙΑ:

1) Καταστρέφω εντελώς, φονεύω, εξολοθρεύω, εξαλείφω.

2) Χάνω κάτι εντελώς, επιτρέπω κάτι να καταστραφεί.

ΟΜΟΡΡΙΖΑ: Ἀπό Mat 5:29,30, Συναπόλλυμι Heb 11:31, Ἀπώλεια Act 8:20, Ὄλεθρος 1Co 5:5, Ὀλοθρεύω Heb 11:28.

ΣΥΝΩΝΥΜΑ: Καθαιρῶ Mar 15:36, Καταλύω Mat 5:17, Καταργῶ Luk 13:7, Rom 4:14, Καταστρέφω Mat 21:12, Θνήσκω 1Ti 5:6, Ἀποθνήσκω Mat 9:24, Τελευτῶ Mat 2:19, Ἀποκτείνω Mat 16:21, Mar 8:31, Κοιμῶ Mat 27:52, Ζημιῶ Mat 16:26, Πίπτω Mat 2:11, 7:25, Καταπίπτω Luk 8:6, Φθείρω Eph 4:22, Διαφθείρω 2Co 4:16, Ἀφανίζω Act 13:41, Φθορά 1Co 15:42, 50, Ὀλοθρεύω Heb 11:28, Ἐξολοθρεύομαι Act 3:23.

ΑΝΤΙΘΕΤΑ: Ζωοποιῶ Joh 5:21, Διαφυλάττω Luk 4:10, Κομίζω Mat 25:27, Κτῶμαι Mat 10:9, Σώζω Mat 1:21, Διασώζω Mat 14:36, Luk 7:3.

ΓΡΑΜΜΑΤΙΚΕΣ ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ: Ρήμα β΄ συζυγίας.

ΑΡΧΙΚΟΙ ΧΡΟΝΟΙ ΤΟΥ ΡΗΜΑΤΟΣ:

Ενεστ. ἀπόλλυμι κ' ἀπολλύω, Πρτ. ἀπώλλυν κ' ἀπώλλυον, Μέλ. ἀπολῶ, Αόρ. ἀπώλεσα, Πρκ. ἀπολώλεκα, Υπερσ. ἀπωλωλέκειν.

Μέσ. Ενεστ. ἀπόλλυμαι, Πρτ. ἀπωλλύμην, Μέλ. μέσ. ἀπολοῦμαι, Μελ. παθ. ἀπολεσθήσομαι, Αόρ. μέσ. ἀπωλόμην, Αόρ. παθ. ἀπωλέσθην, Πρκ. ἀπόλωλα, Υπερσ. ἀπωλώλειν.

Για αναλυτική μελέτη βλ. Αρχαιοελληνική Γραμματική ΤΑ ΡΗΜΑΤΑ.

ΣΥΝΤΑΚΤΙΚΕΣ ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ:

1) Ἀπόλλυμι κ' Ἀπολλύω:

Α) Μεταβατικό

i) + αιτ.: εξοντώνω-θανατώνω-καταστρέφω κάτι ή κάποιον (Mat 2:13 …Ζητεῖν τὸ παιδίον τοῦ ἀπολέσαι αὐτὸ…), χάνω κάτι (Joh 6:39 …Ἵνα πᾶν ὁ δέδωκέ μοι μὴ ἀπολέσω),

ii) + αναφ.πρ.: βλ. i (2Jo 8 …Ἵνα μὴ ἀπολλέσῃτε ἅ εἰργασάμεθα…).

2) Ἀπόλλυμαι

Α) Αμετάβατο: θανατώνομαι, καταστρέφομαι, χάνομαι (Heb 1:11 …Αὐτοί ἀπολοῦνται).

Για αναλυτική μελέτη βλ. Αρχαιοελληνικό Συντακτικό ΣΥΝΤΑΞΙΣ ΤΟΥ ΡΗΜΑΤΟΣ.

ΤΥΠΟΙ ΤΟΥ ΡΗΜΑΤΟΣ ΣΤΟ ΚΕΙΜΕΝΟ:

1) Ἀπολεῖσθαι: Απαρέμφατο Μέλλοντα Μεσοπαθητικής Φωνής.

2) Ἀπόλεισθε: β΄ πληθυντικό Οριστικής Μέλλοντα Μεσοπαθητικής Φωνής.

3) Ἀπόλειται: γ΄ ενικό Οριστικής Μέλλοντα Μεσοπαθητικής Φωνής.

4) Ἀπολομένου: Γενική ενικού μετοχής αρσενικού γένους του Αορίστου β΄ Μεσοπαθητικής Φωνής.

5) Ἀπολέσαι: Απαρέμφατο Αορίστου Ενεργητικής Φωνής.

6) Ἀπολέσας: Ονομαστική ενικού μετοχής αρσενικού γένους του Αορίστου Ενεργητικής Φωνής.

7) Ἀπολέσει: γ΄ ενικό Οριστικής Μέλλοντα Ενεργητικής Φωνής.

8) Ἀπολλέσῃ: γ΄ ενικό Υποτακτικής Αορίστου Ενεργητικής Φωνής.

9) Ἀπολλέσῃτε: β΄ πληθυντικό Υποτακτικής Αορίστου Ενεργητικής Φωνής.

10) Ἀπολέσθαι: Απαρέμφατο Αορίστου β΄ Μεσοπαθητικής Φωνής.

11) Ἀπολέσω: α΄ ενικό Υποτακτικής Αορίστου Ενεργητικής Φωνής.

12) Ἀπολέλωσιν: γ΄ πληθυντικό Υποτακτικής Αορίστου Ενεργητικής Φωνής.

13) Ἀπόλῃται: γ΄ ενικό Υποτακτικής Αορίστου β΄ Μεσοπαθητικής Φωνής.

14) Ἀπόλλυε: β΄ ενικό Προστακτικής Ενεστώτα Ενεργητικής Φωνής.

15) Ἀπολλύει: γ΄ ενικό Οριστικής Ενεστώτα Ενεργητικής Φωνής.

16) Ἀπόλλυμαι: α΄ ενικό Οριστικής Ενεστώτα Μεσοπαθητικής Φωνής.

17) Ἀπολλύμεθα: α΄ πληθυντικό Οριστικής Ενεστώτα Μεσοπαθητικής Φωνής.

18) Ἀπολλυμένην: Αιτιατική ενικού μετοχής θηλυκού γένους του Ενεστώτα Μεσοπαθητικής Φωνής.

19) Ἀπολλυμένοι: Ονομαστική πληθυντικού μετοχής αρσενικού γένους του Ενεστώτα Μεσοπαθητικής Φωνής.

20) Ἀπολλυμένοις: Δοτική πληθυντικού μετοχής αρσενικού γένους του Ενεστώτα Μεσοπαθητικής Φωνής.

21) Ἀπολλυμένου: Γενική ενικού μετοχής αρσενικού γένους του Ενεστώτα Μεσοπαθητικής Φωνής.

22) Ἀπόλλυνται: γ΄ πληθυντικό Οριστικής Ενεστώτα Μεσοπαθητικής Φωνής.

23) Ἀπόλλυται: γ΄ ενικό Οριστικής Ενεστώτα Μεσοπαθητικής Φωνής.

24) Ἀπολοῦνται: γ΄ πληθυντικό Οριστικής Μέλλοντα Μεσοπαθητικής Φωνής.

25) Ἀπολῶ: α΄ ενικό Οριστικής Μέλλοντα Ενεργητικής Φωνής.

26) Ἀπολωλός: Ονομαστική ή αιτιατική ενικού μετοχής ουδετέρου γένους του Παρακειμένου Ενεργητικής Φωνής.

27) Ἀπολωλότα: Αιτιατική πληθυντικού μετοχής ουδετέρου γένους του Παρακειμένου Ενεργητικής Φωνής.

28) Ἀπολωλώς: Ονομαστική ενικού μετοχής αρσενικού γένους του Παρακειμένου Ενεργητικής Φωνής.

29) Ἀπολῷνται: γ΄ πληθυντικό Υποτακτικής Αορίστου β΄ Μεσοπαθητικής Φωνής.

30) Ἀπώλεσα: α΄ ενικό Οριστικής Αορίστου Ενεργητικής Φωνής.

31) Ἀπώλεσεν: γ΄ ενικό Οριστικής Αορίστου Ενεργητικής Φωνής.

32) Ἀπώλετο: γ΄ ενικό Οριστικής Αορίστου β΄ Μεσοπαθητικής Φωνής.

33) Ἀπώλλυντο: γ΄ πληθυντικό Οριστικής Παρατατικού Μεσοπαθητικής Φωνής.

34) Ἀπώλοντο: γ΄ πληθυντικό Οριστικής Αορίστου β΄ Μεσοπαθητικής Φωνής.

ΠΑΡΑΠΟΜΠΕΣ:

Apoc 18:14: 1Ti 6:10  Ecc 5:10

1) Η λ. Ἀπολέσει στο Mat 21:41 αποτελεί έκφραση-λογοπαίγνιο (παρονομασία και παρήχηση) της «Κοινής» Ελληνικής γλώσσας που χρησιμοποιείται στο κείμενο των Χριστιανικών Ελληνικών Γραφών (Καινή Διαθήκη) (παραβ. Mat 8:22, Mar 5:26) κ.α.

2) Η λ. Ἀπόλλυμι στο εδάφιο Mat 21:41 αποτελεί έκφραση-λογοπαίγνιο (παρονομασία και παρήχηση) της «Κοινής» Ελληνικής γλώσσας που χρησιμοποιείται στο κείμενο των Χριστιανικών Ελληνικών Γραφών (Καινή Διαθήκη).

3) Η λ. Ἀπολλυμένοις στο εδάφιο 1Co 1:18 περιλαμβάνεται σε μια φράση που περιλαμβάνει αντιθέσεις και παραλληλισμούς. Πρόκειται για ένα λογοτεχνικό χαρακτηριστικό της «Κοινής» Ελληνικής γλώσσας το οποίο περιλαμβάνεται στις Χριστιανικές Ελληνικές Γραφές (Καινή Διαθήκη).

4) Η λ. Ἀπολῶ στο εδάφιο 1Co 1:19 περιλαμβάνεται σε μια φράση που περιλαμβάνει αντιθέσεις και παραλληλισμούς. Πρόκειται για ένα λογοτεχνικό χαρακτηριστικό της «Κοινής» Ελληνικής γλώσσας το οποίο περιλαμβάνεται στις Χριστιανικές Ελληνικές Γραφές (Καινή Διαθήκη).

5) Η λ. Ἀπολωλός στο εδάφιο Luk 15:4 μεταφέρει μια εικόνα προβάτου η οποία περιλαμβάνεται σε μια αναφορά που η επίδραση της φύσης στο θέμα αυτό προδίδει το αίσθημα της εξαιρετικής εκτίμησης που είχαν στη φύση οι θεόπνευστοι συγγραφείς των Χριστιανικών Ελληνικών Γραφών (Καινή Διαθήκη). Ως περιγραφή αποτελεί λογοτεχνικό χαρακτηριστικό της «Κοινής» Ελληνικής γλώσσας το οποίο περιλαμβάνεται στις Χριστιανικές Ελληνικές Γραφές (Καινή Διαθήκη).

6) Η λ. Ἀπολῶ στο εδάφιο 1Co 1:19 αποτελεί παραπομπή από σχετικό εδάφιο Εβρ. Γραφ. (Ο΄ Psa 33:10, Hsa 29:14).

7) Η λ. Ἀπολοῦνται στο εδάφιο Heb 1:11 αποτελεί παραπομπή από σχετικό εδάφιο Εβρ. Γραφ. (Ο΄ Psa 102:25-26).

8) Η λ. Ἀπόλλυμι ανήκει στην κατηγορία των συνθέτων λέξεων της Αρχαίας Ελληνικής γλώσσας με την προσθήκη πρόθεσης. Η σύνθεση αυτή δημιουργείται στα πλαίσια του Μεταρηματικού και του Μετονοματικού Συστήματος του Αρχαίου Ελληνικού γλωσσολογίου.

9) Η σύνθετη αυτή λ. Ἀπόλλυμι (βλ. ΡΙΖΑ) αποτελεί (ως σύνθεση) ένα από τα γνωρίσματα της «Κοινής» Ελληνικής γλώσσας τα οποία περιλαμβάνονται στις Χριστιανικές Ελληνικές Γραφές (Καινή Διαθήκη).

1) ΑΓΓΛΙΚΑ: Destroy, Destroyer, Die, Fall, Lose, Marred, Perish.

Ἀπόλλυμι, or ἀπολλύω, f. ἀπολῶ, Poet. ἀπολέσω, or ἀπολέσσω, p. ἀπώλεκα, and Att. ἀπολώλεκα, to destroy, to lose or part with; also in N.T. to frustrate, to deprive of power; ἀπολλύασι, 3. pl. Ion. for ἀπολλύνσι, the ν being changed into α, Thucyd. vii; part. pres. act. ἀπολλύων, οντος, the destroyer; 1. a. ind. act. ἀπώλεσα, p. inf. act. ἀπολωλεκέναι· ἀπολωλεκὼς εἴη, Herodot. I, 44, he had destroyed; pres. ind. pas. ἀπόλλυμαι, to perish, to be destroyed; to be vanquished, to be put to death; fut. mid. ἀπολέπομαι, contr. ἀπολοῦμαι· ὦ κάκιστ’ ἀπολούμενε, Aristoph. Ach. 924, O thou accursed wretch! 2. a. ind. m. ἀπωλόμην, 2. a. subj. m. ἀπόλωμαι, 2. a. inf. m. ἀπολέσθαι, part. 2. a. m. ἀπολόμενος, p. ind. m. ἀπῶλα, Att. ἀπόλωλα, I am ruined, undone; inf. ἀπολωλέναι, and part. ἀπολωλώς, υῖα, ός. Th. ὄλλυμι, to destroy.

2) ΛΑΤΙΝΙΚΑ: Solvite.

3) ΓΕΡΜΑΝΙΚΑ: Zerstören.

4) ΙΤΑΛΙΚΑ: Distruggere.

5) ΓΑΛΛΙΚΑ: Détruisez.

6) ΙΣΠΑΝΙΚΑ: Destruir.

7) ΠΟΡΤΟΓΑΛΙΚΑ: Destruir.

8) ΟΛΛΑΝΔΙΚΑ: Vernietigen.