Ευρετήριο

Ἀποκρίνομαι



ΡΙΖΑ: < ΑΠΟ + ΚΡΙΝΟΜΑΙ, (βλ. ΕΙΔ. ΧΑΡΑΚΤΗΡ. ΤΟΥ ΛΟΓΟΥ 2 και 3) (βλ.λ. Κρίνω/ομαι).

ΕΡΜΗΝΕΙΑ: Απαντώ, αποκρίνομαι.

ΟΜΟΡΡΙΖΑ: Ἀπό Mat 5:29, 30, Ἀνταποκρίνομαι Luk 14:6, Κρίνω Mat 5:40.

ΣΥΝΩΝΥΜΑ: Ἀπολογοῦμαι Rom 2:15, Ἀπολογία Act 25:16, Ἀντιλέγω Tit 2:9, Ὑπολαμβάνω Act 1:9, Ἐπερώτημα 1Pe 3:21.

ΑΝΤΙΘΕΤΑ: Σιωπῶ Mat 20:31, 26:63, Συναντῶ Luk 9:37.

ΓΡΑΜΜΑΤΙΚΕΣ ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ: Ρήμα α΄ συζυγίας, βαρύτονο.

ΑΡΧΙΚΟΙ ΧΡΟΝΟΙ ΤΟΥ ΡΗΜΑΤΟΣ:

Μέσ. Ενεστ. ἀποκρίνομαι, Πρτ. ἀπεκρινόμην, Μέλ. μέσ. ἀποκρινοῦμαι, Μελ. παθ. ἀποκριθήσομαι, Αόρ. μέσ. ἀπεκρινάμην, Αόρ. παθ. ἀπεκρίθην, Πρκ. ἀποκέκριμμαι, Υπερσ. ἀπεκεκρίμμην.

Για αναλυτική μελέτη βλ. Αρχαιοελληνική Γραμματική ΤΑ ΡΗΜΑΤΑ.

ΣΥΝΤΑΚΤΙΚΕΣ ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ:

1) Ἀποκρίνομαι

Α) Αμετάβατο: αποκρίνομαι, απαντώ (Col 4:6 …Πῶς δεῖ ὑμᾶς ἐνί ἑκάστῳ ἀποκρίνεσθαι).

Β) Μεταβατικό

i) + δοτ. (προσ.): απαντώ σε… (Mar 12:28 …Ἰδών ὅτι καλῶς ἀπεκρίθη αὐτοῖς…)

ii) + δοτ. (προσ.) + λόγον: (δεν) απαντώ (ούτε) λέξη σε κάποιον (Mat 22:46 …Οὐδείς ἐδύνατο ἀποκριθῆναι αὐτῷ λόγον),

iii) + ειδ. απαρ.: απαντώ ότι… (Luk 20:7 …Καὶ ἀπεκρίθησαν μὴ εἰδέναι πόθεν…).

Για αναλυτική μελέτη βλ. Αρχαιοελληνικό Συντακτικό ΣΥΝΤΑΞΙΣ ΤΟΥ ΡΗΜΑΤΟΣ.

ΤΥΠΟΙ ΤΟΥ ΡΗΜΑΤΟΣ ΣΤΟ ΚΕΙΜΕΝΟ:

1) Ἀπεκρίθη: γ΄ ενικό Οριστικής Αορίστου α΄ Μεσοπαθητικής Φωνής.

2) Ἀπεκρίθην: α΄ ενικό Οριστικής Αορίστου α΄ Μεσοπαθητικής Φωνής.

3) Ἀπεκρίθης: β΄ ενικό Οριστικής Αορίστου α΄ Μεσοπαθητικής Φωνής.

4) Ἀπεκρίθησαν: γ΄ πληθυντικό Οριστικής Αορίστου α΄ Μεσοπαθητικής Φωνής.

5) Ἀπεκρίνατο: γ΄ ενικό Οριστικής Αορίστου Μεσοπαθητικής Φωνής.

6) Ἀποκριθείς: Ονομαστική ενικού μετοχής αρσενικού γένους του Αορίστου α΄ Μεσοπαθητικής Φωνής.

7) Ἀποκριθεῖσα: Ονομαστική ενικού μετοχής θηλυκού γένους του Αορίστου α΄ Μεσοπαθητικής Φωνής.

8) Ἀποκριθέντες: Ονομαστική πληθυντικού μετοχής αρσενικού γένους του Αορίστου α΄ Μεσοπαθητικής Φωνής.

9) Ἀποκριθῆναι: Απαρέμφατο Αορίστου α΄ Μεσοπαθητικής Φωνής.

10) Ἀποκριθήσεται: γ΄ ενικό Οριστικής Μέλλοντα α΄ Μεσοπαθητικής Φωνής.

11) Ἀποκριθήσονται: γ΄ πληθυντικό Οριστικής Μέλλοντα α΄ Μεσοπαθητικής Φωνής.

12) Ἀποκριθῇτε: β΄ πληθυντικό Υποτακτικής Αορίστου α΄ Μεσοπαθητικής Φωνής.

13) Ἀποκριθῶσιν: γ΄ πληθυντικό Υποτακτικής Αορίστου α΄ Μεσοπαθητικής Φωνής.

14) Ἀποκρίνεσθαι: Απαρέμφατο Ενεστώτα Μεσοπαθητικής Φωνής.

15) Ἀποκρίνεται: γ΄ ενικό Οριστικής Ενεστώτα Μεσοπαθητικής Φωνής.

16) Ἀποκρίνη: β΄ ενικό Οριστικής Ενεστώτα Μεσοπαθητικής Φωνής.

1) Η λ. Ἀπεκρίθη αναφέρεται στο εδάφιο Act 25:4 στο οποίο (εδάφιο) υπάρχει μείξη ορθού και πλάγιου λόγου. Το φαινόμενο είναι «αρχαιοελληνικός ιδιωματισμός» και μάλιστα «αττικισμός» της «Κοινής» Ελληνικής γλώσσας. Πρόκειται για ένα λογοτεχνικό χαρακτηριστικό της «Κοινής» Ελληνικής γλώσσας το οποίο περιλαμβάνεται στις Χριστιανικές Ελληνικές Γραφές (Καινή Διαθήκη).

2) Η λ. Ἀπεκρίθη στο εδάφιο Mat 15:23, 25 ανήκει στην κατηγορία των συνθέτων λέξεων της Αρχαίας Ελληνικής γλώσσας με την προσθήκη πρόθεσης. Η σύνθεση αυτή δημιουργείται στα πλαίσια του Μεταρηματικού και του Μετονοματικού Συστήματος του Αρχαίου Ελληνικού γλωσσολογίου.

3) Η σύνθετη αυτή λ. Ἀποκρίνομαι (βλ. ΡΙΖΑ) αποτελεί (ως σύνθεση) ένα από τα γνωρίσματα της «Κοινής» Ελληνικής γλώσσας τα οποία περιλαμβάνονται στις Χριστιανικές Ελληνικές Γραφές (Καινή Διαθήκη).

4) Η φράση «Οὐκ ἀκούεις πόσα σοῦ καταμαρτυροῦσιν» (Mat 27:13) του Πιλάτου φανερώνει (κατά την άποψη των ειδικών) ότι ο Πιλάτος σύμφωνα με τη διαδικασία (κατά το Ρωμαϊκό Ποινικό Δίκαιο) για να επιβληθεί ποινή θα έπρεπε μετά την απαγγελία της κατηγορίας υπό των κατηγόρων να ακολουθήσει η υπεράσπιση του κατηγορούμενου (Cic. Verr 1, 11, 34 και 1, 18, 54. Επίσης De Orat 1:33, 153 και Quint 6, 4, 2). Στη δίκη του Ιησού δεν υπήρξαν μάρτυρες υπεράσπισης. Προτρέπεται λοιπόν έντονα με τη φράση αυτή (του Πιλάτου) ο Ιησούς να υπερασπίσει τον εαυτό του αλλά ο Ιησούς παραιτείται απαντώντας με τη σιωπή του «Οὐκέτι οὐδεν ἀπεκρίθη ὥστε θαυμάζειν τὸν Πιλᾶτον» (παραβ. Mar 27:14) (παραβ. Sallust, Cat 52 De Confessis Sicuti de manifestis rerum capitalium more majorum supplicium sumundum").

ΕΒΔΟΜΗΚΟΝΤΑ (Ο'): Gen 18:6, Psa 119:42.

1) ΑΓΓΛΙΚΑ: Answer.

Ἀποκρίνομαι, mid. f. –νοῦμαι, 1. a. m. ἀπεκρινάμην, to answer; pas. to be resolved into parts, separated; 1. f. pas. ἀποκριθήσομαι, p. ind. pas. ἀποκέκριμαι, 1. a. ind. pas. ἀπεκρίθην, 1. a. imperat. pas. ἀποκρίθητι, ήτω, part. 1. a. pas. ἀποκριθείς, εῖσα, έν. Ἀπεκρίθη τοῦ βαρβάρου ἔθνεος, was distinguished from the barbarous people, Herod. I, 60; ἐς τοῦτο πάντα ἀπεκρίθη, all (diseases) terminated in this or assumed the character of this, Thucyd. ii, 49; ἀποκριθὲν πρὸς τὸ συμφέρον, it ended in what was useful; and ἐς τοῦτο ἐτελεύτα, it ended in this, Thucyd. ii, 51. See Ἀποκρίνω.

2) ΛΑΤΙΝΙΚΑ: Respondeo, Separor, Respondere.

3) ΓΕΡΜΑΝΙΚΑ: Beantworten.

4) ΙΤΑΛΙΚΑ: Rispondere.

5) ΓΑΛΛΙΚΑ: Répondre.

6) ΙΣΠΑΝΙΚΑ: Responder.

7) ΠΟΡΤΟΓΑΛΙΚΑ: Responder.

8) ΟΛΛΑΝΔΙΚΑ: Beantwoorden.