Ευρετήριο

Ἄπιστος



ΡΙΖΑ: < Α- στερητ. + ΠΙΣΤΟΣ < *ΠΙΘ-ΤΟΣ (με συριστικοποίηση του -Θ- προ του -Τ-) < θ. *ΠΙΘ- μηδεν. βαθμ. του ρ. ΠΕΙΘΩ (βλ.λ. Πείθω).

ΕΡΜΗΝΕΙΑ: Άπιστος, δύσπιστος, αυτός που δεν πιστεύει στην Χριστιανική αλήθεια, ο μη χριστιανός.

ΟΜΟΡΡΙΖΑ: Πιστεύω Act 5:14, Πιστός 1Ti 1:15, Πίστις Heb 11:1, 3, Ἀπιστία Mar 9:24, Rom 11:20.

ΣΥΝΩΝΥΜΑ: Ἀπειθής Luk 1:17, Ἀπείθεια Rom 11:30, 32, Ὀλιγόπιστος Mat 6:30.

ΑΝΤΙΘΕΤΑ: Πιστός Mat 24:45, Πίστις Heb 11:1, 3, Πειθώ Luk 16:31.

ΓΡΑΜΜΑΤΙΚΕΣ ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ: Επίθετο β΄ κλίσης, δικατάληκτο σε:

-ος, -ος, -ον.

Για αναλυτική μελέτη βλ. Αρχαιοελληνική Γραμματική ΤΑ ΕΠΙΘΕΤΑ.

ΤΥΠΟΙ ΤΟΥ ΕΠΙΘΕΤΟΥ ΣΤΟ ΚΕΙΜΕΝΟ:

1) Ἄπιστοι: Ονομαστική πληθυντικού αρσενικού γένους.

2) Ἀπίστοις: Δοτική πληθυντικού αρσενικού γένους.

3) Ἄπιστον: Αιτιατική ενικού θηλυκού γένους.

4) ἌΠιστος: Ονομαστική και κλητική ενικού θηλυκού γένους.

- Ονομαστική ενικού αρσενικού γένους.

5) Ἀπίστου: Γενική ενικού αρσενικού γένους.

6) Ἀπίστῳ: Δοτική ενικού αρσενικού γένους.

7) Ἀπίστων: Γενική πληθυντικού αρσενικού γένους.

ΠΑΡΑΠΟΜΠΕΣ:

Apoc 21:8: Rom 11:20  Heb 3:19  1Jo 5:10

1) Η λ. Ἄπιστον στο εδάφιο 1Co 7:11,28,32, 34,36,38,39 μεταφέρει εικόνα και παρομοίωση από την καθημερινή ζωή των βιβλικών χρόνων (εδώ από την σφαίρα του Αστικού Δικαίου). Πρόκειται για ένα λογοτεχνικό χαρακτηριστικό της «Κοινής» Ελληνικής γλώσσας το οποίο περιλαμβάνεται στις Χριστιανικές Ελληνικές Γραφές (Καινή Διαθήκη).

2) Το βασικό στερητικό πρόθεμα Α- και Αν- της Αρχαίας Ελληνικής γλώσσας εκφράζει έλλειψη, στέρηση, απουσία και γενικά (εκφράζει) αντίθεση του δηλουμένου από το υπόλοιπο μέρος της λέξης (παραβ.: Ἄ-κακος Rom 16:18, Heb 7:26, Ἄ-καρπος Mat 13:22, Ἄ-νομος Luk 22:37, Act 2:23, Ἄ-σοφος Eph 5:15). Το στερητικό πρόθεμα Α- και Αν- προέρχεται από την Ι.Ε. ρίζα Ν- (ημίφωνο), η οποία είναι συνεσταλμένη μορφή της ρίζας Νε-, η οποία έχει διατηρηθεί στις λ. Νη-στεύω (Mat 4:2), Νη-στεία (Luk 2:37), Νῆ-στις (Mat 15:32). Σημειώνεται ότι το Α- εμφανίζεται όταν ακολουθεί σύμφωνο (παραβ. Ἄ-κακος Rom 16:18, Ἀ-κατάλυτος Heb 7:16). Το δε Αν- όταν ακολουθεί φωνήεν (παραβ. Ἀν-εξιχνίαστος Rom 11:33, Ἀν-επίλημπτος 1Ti 3:2).

3) Η σύνθετη αυτή λ. Ἄπιστος (βλ. ΡΙΖΑ) αποτελεί (ως σύνθεση) ένα από τα γνωρίσματα της «Κοινής» Ελληνικής γλώσσας τα οποία περιλαμβάνονται στις Χριστιανικές Ελληνικές Γραφές (Καινή Διαθήκη).

ΕΒΔΟΜΗΚΟΝΤΑ (Ο'): Psa 33:17, Pro 17:6, 28:25.

1) ΑΓΓΛΙΚΑ: Believe, Faithless, Invredible, Infidel, Unbeliever, Unbelieving, Unfaithful.

Ἄπιστος, ου, , , distrustful, unbelieving; incredible; faithless, perfidious, Iliad iii, 106; one who has not become a Christian, a pagan, 1 Cor. vi, 6, 7, 12, etc.; in comparat. ἀπιστότερος, fem. gen. ἀπιστοτέρα. From α priv. and πιστός, ή, όν.

Ἐν τῇ Καιν. Διαθ., μπιστεων, ἄπιστος, Ἐπ. π. 1Co 6:6 κ.ἀ.

2) ΛΑΤΙΝΙΚΑ: Infidelis, Incre Dulus, Incredibilis.

3) ΓΕΡΜΑΝΙΚΑ: Ungläubige.

4) ΙΤΑΛΙΚΑ: Miscredente.

5) ΓΑΛΛΙΚΑ: Incroyant.

6) ΙΣΠΑΝΙΚΑ: No creyente.

7) ΠΟΡΤΟΓΑΛΙΚΑ: Incrédulo.

8) ΟΛΛΑΝΔΙΚΑ: Ongelovige.