Ευρετήριο

Ἀγοράζω



ΡΙΖΑ: < ΑΓΟΡΑ + -ΑΖΩ < ΑΓΕΙΡΩ «συναθροίζω» (<Α-ΓΕΡ-JΩ) < Α- αθροιστ. + ΓΕΡ- «πληθύς». (Βλ. ΕΙΔ. ΧΑΡΑΚΤΗΡ. ΤΟΥ ΛΟΓΟΥ 2).

ΕΡΜΗΝΕΙΑ: Αγοράζω, αποκτώ, προμηθεύομαι κάτι έναντι χρημάτων, διεξάγω αγοραπωλησία, πραγματοποιώ αγορές και πωλήσεις (αγοραπω-λησίες).

ΟΜΟΡΡΙΖΑ: Ἀγορά Mat 11:16, Ἀγοραῖος Act 17:5, Ἐξαγοράζω Gal 3:13, Πανήγυρις Heb 12:22.

ΣΥΝΩΝΥΜΑ: Ὠνέομαι Act 7:16, Ἐμπορεύομαι Jac 4:13, 2Pe 2:3, Περιποιοῦμαι Act 20:28, 1Ti 3:13, Περιποίησις Eph 1:14, Ἐμπορία Mat 22:5, Ἐμπόριο Joh 2:16, Ἔμπορος Mat 13:45, Κτῶμαι Mat 10:9, Ψωνίζω (αγοράζω τα αναγκαία γα τη ζωή).

ΑΝΤΙΘΕΤΑ: Πωλῶ Mat 13:44, 19:21, Διατίθεμαι Luk 22:29, Heb 8:10, 10:16, 9:16.

ΓΡΑΜΜΑΤΙΚΕΣ ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ: Ρήμα α΄ συζυγίας, βαρύτονο.

ΑΡΧΙΚΟΙ ΧΡΟΝΟΙ ΤΟΥ ΡΗΜΑΤΟΣ:

Ενεστ. ἀγοράζω, Πρτ. ἠγόραζον, Μέλ. ἀγοράσω, Αόρ. ἠγόρασα, Πρκ. ἠγόρακα, Υπερσ. ἠγοράκειν.

Μέσ. Ενεστ. ἀγοράζομαι, Πρτ. ἠγοραζόμην, Μέλ. μέσ. ἀγοράσομαι, Μελ. παθ. ἀγορασθήσομαι, Αόρ. μέσ. ἠγορασάμην, Αόρ. παθ. ἠγοράσθην, Πρκ. ἠγόρασμαι, Υπερσ. ἠγοράσμην.

Για αναλυτική μελέτη βλ. Αρχαιοελληνική Γραμματική ΤΑ ΡΗΜΑΤΑ.

ΣΥΝΤΑΚΤΙΚΕΣ ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ:

1) Ἀγοράζω

Α) Αμετάβατο: κάνω αγορά (Mat 21:12 …Ἐξέβαλεν τοὺς πωλοῦντας καὶ τοὺς ἀγοράζοντας…).

Β) Μεταβατικό

i) + αιτ.: αγοράζω κάτι ή κάποιον (Apoc 3:18 …Ἀγορᾶσαι παρ’ ἐμοῦ χρυσίον) (ΚΕΙΜ.).

2) Ἀγοράζομαι

Α) Αμετάβατο: αγοράζομαι (Apoc 14:3 …Οἱ ἠγορασμένοι ἀπὸ τῆς γῆς...).

Για αναλυτική μελέτη βλ. Αρχαιοελληνικό Συντακτικό ΣΥΝΤΑΞΙΣ ΤΟΥ ΡΗΜΑΤΟΣ.

ΤΥΠΟΙ ΤΟΥ ΡΗΜΑΤΟΣ ΣΤΟ ΚΕΙΜΕΝΟ:

1) Ἀγοράζει: γ΄ ενικό Οριστικής Ενεστώτα Ενεργητικής Φωνής.

2) Ἀγοράζοντας: Αιτιατική πληθυντικού Μετοχής αρσενικού γένους του Ενεστώτα Ενεργητικής Φωνής.

3) Ἀγοράζοντες: Ονομαστική πληθυντικού Μετοχής αρσενικού γένους του Ενεστώτα Ενεργητικής Φωνής.

4) Ἀγορᾶσαι: Απαρέμφατο Αορίστου Ενεργητικής Φωνής.

5) Ἀγοράσαντα: Αιτιατική ενικού μετοχής Αορίστου Ενεργητικής Φωνής.

6) Ἀγοράσας: Ονομαστική ενικού Μετοχής αρσενικού γένους του Αορίστου Ενεργητικής Φωνής.

7) Ἀγοράσατε: β΄ πληθυντικό Προστακτικής Αορίστου Ενεργητικής Φωνής.

8) Ἀγορασάτω: γ΄ ενικό Προστακτικής Αορίστου Ενεργητικής Φωνής.

9) Ἀγόρασον: β΄ ενικό Προστακτικής Αορίστου Ενεργητικής Φωνής.

10) Ἀγοράσωμεν: α΄ πληθυντικό Υποτακτικής Αορίστου Ενεργητικής Φωνής.

11) Ἀγοράσωσιν: γ΄ πληθυντικό Υποτακτικής Αορίστου Ενεργητικής Φωνής.

12) Ἠγόραζον: γ΄ πληθυντικό Οριστικής Παρατατικού Ενεργητικής Φωνής.

13) Ἠγόρασα: α΄ ενικό Οριστικής Αορίστου Ενεργητικής Φωνής.

14) Ἠγόρασαν: γ΄ πληθυντικό Οριστικής Αορίστου Ενεργητικής Φωνής.

15) Ἠγόρασας: β΄ ενικό Οριστικής Αορίστου Ενεργητικής Φωνής.

16) Ἠγόρασεν: γ΄ ενικό Οριστικής Αορίστου Ενεργητικής Φωνής.

17) Ἠγοράσθητε: β΄ πληθυντικό Οριστικής Αορίστου α΄ Μεσοπαθητικής Φωνής.

18) Ἠγορασμένοι: Ονομαστική πληθυντικού Μετοχής αρσενικού γένους του Παρακειμένου Μεσοπαθητικής Φωνής.




ΕΞΕΙΚΟΝΙΣΤΙΚΗ ΛΕΚΤΙΚΗ ΦΡΑΣΕΟΛΟΓΙΑ

Ηγοράσθησαν (από την ανθρωπότητα) (Apoc 14:4)

Ο Ιωάννης γράφει κατόπιν: «Και είδα άλλον άγγελο να πετάει στο μεσουράνημα, και είχε αιώνια καλά νέα να διακηρύξει ως χαρμόσυνες ειδήσεις προς εκείνους που κατοικούν στη γη, και προς κάθε έθνος και φυλή και γλώσσα και λαό, λέγοντας με δυνατή φωνή: “Φοβηθείτε τον Θεό και δώστε του δόξα, επειδή έφτασε η ώρα της κρίσης του, και γι’ αυτό λατρέψτε Εκείνον που έκανε τον ουρανό και τη γη και τη θάλασσα και τις πηγές των νερών”». (Apoc 14:6,7). Ο άγγελος πετάει στο «μεσουράνημα», εκεί που πετούν τα πουλιά. (Παράβαλε Apoc 19:17.).

Επομένως, η φωνή του μπορεί να ακουστεί σε ολόκληρη την υδρόγειο. Πόσο μεγαλύτερο εύρος έχει η παγκόσμια διακήρυξη που κάνει αυτός ο άγγελος σε σύγκριση με οποιοδήποτε τηλεοπτικό δελτίο ειδήσεων!

ΑΞΙΟΣΗΜΕΙΩΤΑ ΕΔΑΦΙΑ:

Apoc 13:17: «καὶ ἵνα μή τις δύνηται ἀγοράσαι ἢ πωλῆσαι εἰ μὴ ὁ ἔχων τὸ χάραγμα τὸ ὄνομα τοῦ θηρίου ἢ τὸν ἀριθμὸν τοῦ ὀνόματος αὐτοῦ.»


1) Η λ. Ἀγοράζοντας στο εδάφιο 21:12 περιλαμβάνεται σε μια «πρόταση κατά παράταξη» αντί της «σύνταξης καθ' υπόταξη». Πρόκειται για ένα λογοτεχνικό χαρακτηριστικό της «Κοινής» Ελληνικής γλώσσας το οποίο περιλαμβάνεται στις Χριστιανικές Ελληνικές Γραφές (Καινή Διαθήκη).

2) Η σύνθετη αυτή λ. Ἀγοράζω (βλ. ΡΙΖΑ) αποτελεί (ως σύνθεση) ένα από τα γνωρίσματα της «Κοινής» Ελληνικής γλώσσας τα οποία περιλαμβάνονται στις Χριστιανικές Ελληνικές Γραφές (Καινή Διαθήκη).

ΕΒΔΟΜΗΚΟΝΤΑ Ο': Gen 41:57, 42:5,7, 43:4,22.

1) ΑΓΓΛΙΚΑ: To buy, Purchase, Redeem.

Ἀγοράζω, f. σω, p. κα, to buy; ἰχθῦς ἀγοράζειν, to be an epicure, to be a glutton and luxurious, Plut.; perf. pas. ἠγόρασμαι· 1. α. ἠγοράσθην. Th. ἀγορά.

2) ΛΑΤΙΝΙΚΑ: Emo, Redimo, Emptum, Emo sibi, In foro versor.

3) ΓΕΡΜΑΝΙΚΑ: kaufen.

4) ΙΤΑΛΙΚΑ: Acquista.

5) ΓΑΛΛΙΚΑ: Acheter.

6) ΙΣΠΑΝΙΚΑ: Comprar.

7) ΠΟΡΤΟΓΑΛΙΚΑ: Comprar.

8) ΟΛΛΑΝΔΙΚΑ: Kopen.