Ευρετήριο

Βασιλεύς (ΟΜ)


Βασιλεύς (Α)

Βασιλεύς (Β) Κ.Δ. (Ε.Γ./ΚΕΙΜ.)


ΡΙΖΑ: Βασιλεύω.

ΕΡΜΗΝΕΙΑ:

1) Αρχηγός (εν γένει), άρχων, ηγεμών (Α 9). Κριτής επί δικαίου και αδίκου, καθώς δίκαζε (Π 542, τ 109, 110). Απολάμβανε τιμών (γέρας), αποφάσιζε μετά τη γνώμη της γερουσίας και είχε την προεδρία στις δημόσιες συνεδριάσεις (Θ 162).

2) Βασιλόπαις, και κάθε ευπατρίδης γενικά, που είχε μικρά ή μεγάλα κτήματα.

3) Κύριος, δεσπότης, αφέντης (Σ 556).

ΟΜΟΡΡΙΖΑ: Βασίλισσα, Βασιλόπαις.

ΣΥΝΩΝΥΜΑ: Ἄρχων, Ἄναξ (Α 397)Εὐγενής (Α 337, β 352), Διοτριφέες (Β 415), Θεῖος (ζ 180) και σε πληθ. Θεῖοι (Δ 691), Λαμπρός, Ἔξοχος (Β 335, Ν 694).

ΑΝΤΙΘΕΤΑ: Τύραννος «ἀντιβίοισι» (Υμν. Αρ. 7(8)5).


ΓΡΑΜΜΑΤΙΚΕΣ ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ: Ουσιαστικό αρσενικού γένους, γ΄ κλίσης, Βασιλεύς -έως.

Για αναλυτική μελέτη βλ. Ομηρική Γραμματική.

ΛΕΞΗ-ΦΡΑΣΕΙΣ-ΣΧΕΤΙΚΕΣ ΑΝΑΦΟΡΕΣ-ΛΕΚΤΙΚΕΣ ΕΙΚΟΝΕΣ-ΑΠΟΦΘΕΓΜΑΤΑ (ΓΝΩΜΙΚΑ):

ΛΕΞΗ: Η λ. βασιλεύς στον Όμηρο ταυτίζεται με τις λ. ἡγεμών (κ 505), ἄριστος (α 394), ἀρχιστράτηγος, ἀρχιερεύς, ἀρχιδικαστής και ἀρχηγός (Β 687), πετεός (Δ338), ἄναξ (Υ 194). Τέτοιους τίτλους έφεραν οι: Ἀγαμέμνων, Μενέλαος, Ἀχιλλεύς, Ὀδυσσεύς, Νέστωρ. Επίσης στα Ομηρικά κείμενα (ποιήματα, ραψωδίες) οι βασιλείς ως ανώτατοι άρχοντες έχουν τη δύναμη να επιβάλλουν τη θέλησή τους και να ασκούν την ανώτατη διοικητική εξουσία, όπως ο Ἀγαμέμνων στην Τροία (Β 53) και ο Ἀλκίνοος στη Σχερία (Ζ 54, Θ 321). Ο ανώτατος βασιλεύς και ηγεμών των θεών είναι ο Ζεῦς (Ε3).

Οι βασιλείς έχουν το δικαίωμα και συζητούν «παρά τῷ ἀνωτάτῳ ἄρχοντι βουλῇ». Διατηρούν όμως το ακαταμάχητο της ισχύος τους και της υπεροχής ως προς τους άλλους και κανείς από αυτούς δεν μπορεί να απορρίψει την τελική τους γνώμη (Ε 103-104, Λ 78 επ., Ο 107, θ 450-451, Α 566-567, 580,589). Τέλος ο βασιλεύς έφερε και τον τίτλο «ἄναξ ἀνήρ», «βασιλεύτατος», «μέγιστος βασιλεύς» (Ι 69). Η λ. βασίλισσα αναφέρεται (Ζ 425).

ΦΡΑΣΕΙΣ: «Βασιλεύετο ἀεί» (ω 483), «ὑπέρ θύμοισι Γιγάντεσσιν βασίλευεν» (η 59).

ΣΧΕΤΙΚΕΣ ΑΝΑΦΟΡΕΣ: Η λ. πέραν των ανωτέρω αναφέρεται και ως βασιληΐς, βασιληΐδος τιμῆς (ζ 193), βασιλήϊον γένος (π 401) και βασιλεύω, κυβερνῶ (α 483).

ΓΝΩΜΙΚΑ: Παραβ. ΦΡΑΣΕΙΣ.

ΣΧΟΛΙΑ-ΕΠΙΣΗΜΑΝΣΕΙΣ: Η διεθνής βιβλιογραφία αναφέρει ότι ο Όμηρος στις ραψωδίες του αναφέρει τα ακόλουθα σχετικά με τη λ. βασιλεύς: Στα ηρωικά χρόνια βασιλεύς καλούνταν ο άρχοντας κάθε δήμου ή κοινότητας, ο οποίος έπαιρνε αυτό το αξίωμα για την ανδρεία του, τη σύνεση ή για τα πλούτη του· επειδή οι πνευματικές και οι σωματικές αρετές θεωρούνταν θεία δώρα και μάλιστα του Δία, έτσι και το βασιλικό αξίωμα. Γι’ αυτό ονομαζόταν ο βασιλεύς «διογενής» και «διοτρεφής» και «θείος». Περιγράφεται επίσης και ως Κύριος ευπατρίδης και δεσπότης.

Τα καθήκοντά του ήταν: να συγκαλεί τις δημόσιες συνελεύσεις, να τις διευθύνει. Να είναι αρχηγός του λαού στον πόλεμο, να αποφασίζει για το δίκαιο και άδικο. Η δύναμή του ήταν περιορισμένη. Δεν μπορούσε να αποφασίσει τίποτε, πριν ακούσει τη γνώμη της γερουσίας, η οποία αποτελούνταν από τους επιφανέστερους άντρες της κοινότητας. Οι απολαβές του ήταν: πρόεδρος στις δημόσιες συνεδριάσεις, είχε τεμάχιο γης προς καλλιέργεια, είχε δικαιώματα ή τέλη δικαστικά. Σύμβολο του βασιλικού αξιώματος ήταν το σκήπτρο.

ΕΙΔΙΚΕΣ ΑΝΑΦΟΡΕΣ: Α 9, Β 50 εξ., Ι 33, β 26, Π 542, τ 109, 110, Β 402-412, γ 5 εξ. 444 εξ., Θ 162, Ζ 194, Ι 156, Α 101 εξ., α 394, θ 41, 390, Γ 170, Τ 182, Ι 160, 362, Κ 239, ο 533, Ι 69.


1) α) ΑΓΓΛΙΚΕΣ ΛΕΞΕΙΣ ΜΕ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΡΙΖΑ: Basileus, Basilia, Basilic κ.λπ.

β) ΑΓΓΛΙΚΑ: King, Rex.

βασιλεύς , ῆος: king, exercising the functions of commander - in - chief, priest, and judge; pl., βασιλῆες, kings, nobles, chiefs, termed σκηπτοῦχοι, διογενεῖς, διοτρεφεῖς.—Used adjectively w. ἀνήρ, Il. 3.170; ἄναξ, Od. 20.194; hence comp. βασιλεύτερος, sup. βασιλεύτατος, more, most kingly, princely.

EKΤΥΠΩΣΗ εκτύπωση