Ευρετήριο

Ἁγιάζω· (A)


Ἁγιάζω· (Β) Κ.Δ. (Ε.Γ./ΚΕΙΜ.)

Ἁγιάζω· (ΟΜ)

ΡΙΖΑ: Ἅγιος.

ΕΡΜΗΝΕΙΑ:

1) Καθαγιάζω, αφιερώνω, χαρίζω (λατρευτικά), εξαγνίζω, καθαρίζω.

2) Μεταγενέστερος τύπος που ἁγίζω (ἁγιάζω, ἅγιος, ἀφιερώνω).

ΟΜΟΡΡΙΖΑ: Ἁγιόγραφα (Αγίες Γραφές), Ἁγιογράφος, Ἁγιολεκτέω (Προσφωνῶ, Λέγω: Ἅγιε Δέσποτα κ.λπ.), Ἁγιοποιός (ὁ Ἁγιάζων), Ἁγιότης, Ἁγιστεία, Ἁγιστεύω, Ἁγιώδης, Ἁγιωδώς, Ἁγιωσύνη, Ἅγιος, Ἅγια, Ἁγίασμα, Ἁγιασμός, Ἁγιασμένον (Ὕδωρ, Τόπος, Μῦρον, Φυλακτόν, Ἀντικείμενον, Ἄρτος Γλευκός), Ἁγίασις (υδάτων, ζώων, τόπων κ.λπ.) με Ἁγιασμόν.

ΣΥΝΩΝΥΜΑ: Ἁγνός (αντί Ἅγιος) (αττ.), Ὅσιος, Ἀληθής, Ἄδυτον, Ἀφιερώνω, Ἀφιέρωσις, Εὐλαβικόν φρόνημα, Εὐσέβεια, Θεοσέβεια, Θυσιαστήριον, Ἱεροτελεστία (ἐν τῷ Ἱερῷ Ναῷ), Ἱερότης, Λατρεία, Λειτουργία, Ὁσιότης, Σεβασμός.

ΑΝΤΙΘΕΤΑ: Ἁμαρτάνω, Μιαίνω, Μολύνω, Ρυπαίνω.

ΓΡΑΜΜΑΤΙΚΕΣ ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ: Ρήμα α΄ συζυγίας βαρύτονο.

ΑΡΧΙΚΟΙ ΧΡΟΝΟΙ ΤΟΥ ΡΗΜΑΤΟΣ:

Ενεστ. ἁγιάζω, Πρτ. ἡγίαζον, Μελ. ἁγιάσω, Αόρ. ἡγίασα, Πρκ. ἡγίακα, Υπερσ. ἡγιάκειν.

Ενεστ. μεσ. ἁγιάζομαι, Πρτ. μεσ. ἡγιαζόμην, Μελ. μεσ. ἁγιάσομαι, Μελ. παθ. ἁγιασθήσομαι, Αόρ. μεσ. ἡγιασάμην, Αόρ. παθ. ἡγιάσθην, Πρκ. μεσ. ἡγίασμαι, Υπερσ. μεσ. ἡγιάσμην.

ΣΥΝΤΑΚΤΙΚΕΣ ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ:

1) ΑΓΙΑΖΩ

Α) Μεταβατικό

1) + αιτ.: αγιάζω κάποιον ή κάτι, εξαγνίζω κάποιον ή κάτι, καθαρίζω / αποκαθαίρω κάτι ή κάποιον από πνευματικό ή ηθικό ψεγάδι [Eph 5:26:... ἵνα αὐτὴν (τὴν ἐκκλησίαν) ἁγιάσῃ…] (ΚΕΙΜ.).

2) Ἁγιάζομαι

Α) Αμετάβατο: Αγιάζομαι, εξαγνίζομαι, καθαρίζομαι / αποκαθαίρομαι από πνευματικό ή ηθικό ψεγάδι (1Co 6:11:… ἀλλὰ ἡγιάσθητε, ἀλλὰ ἐδικαιώθητε...) (ΚΕΙΜ.).

ΛΕΞΗ-ΦΡΑΣΕΙΣ-ΣΧΕΤΙΚΕΣ ΑΝΑΦΟΡΕΣ-ΛΕΚΤΙΚΕΣ ΕΙΚΟΝΕΣ-ΑΠΟΦΘΕΓΜΑΤΑ (ΓΝΩΜΙΚΑ):

ΛΕΞΗ: Η λ. αναφέρεται και ως ένας μεταγενέστερος τύπος του ρημ. ἁγίζω και μερικές φορές ταυτίζεται με το ρ. ἁγίζω (Ανθ. ΙΙΙ παραρτ. 339). Επισημαίνεται ότι η λ. ἅγιος (ομόρρ. του ρ. ἁγιάζω) προέρχεται από τη λ. ἄγος και το συνών. ὅσιος από το ουσ. «σιος» που είναι παραλλαγή της λ. «Θεός».

ΦΡΑΣΕΙΣ: Συνήθως αναφέρονται και αντικαθιστούν τη λ. ὅσιος. Μεταγενέστερα η κλασική έκφραση είναι «ο σκοπός αγιάζει τα μέσα» (πράξεις, ενέργειες κ.λπ.).

ΣΧΕΤΙΚΕΣ ΑΝΑΦΟΡΕΣ: Τα συμφραζόμενα νοήματα του ρημ. ἁγιάζω ταυτίζονται σε πολλά κείμενα με ό,τι έχει σχέση με τη λ. ἁγίασμα, καθηγιασμένον, καθηγιασμένη θέση, πράξη, ενέργεια ή αποστολή καθώς και με ό,τι είναι ιερό και όσιο όπως ναός, αγία τράπεζα του ναού και κάθε τι που έχει άμεση σχέση με αυτόν. Επίσης η λ. ταυτίζεται με τη λ. ἄδυτον.

Συμφραζόμενα επίσης υπάρχουν σε ό,τι αναφέρεται ως ομορρ. έκφραση με τη λ. ἅγιος, ἁγίασμα, ἁγιασμός, ἁγιαστήριον, ἁγιαστικός, ἁγιότης και κάθε λ. η οποία έχει α΄ συνθ. ἁγιο- (ἁγιογράφος κ.λπ.).

Τέλος συμφραζόμενα νοήματα στα ρήματα συναντώνται και αναφέρονται σε κάθε ενέργεια που έχει ως στόχο προστατευτισμό ή εξαγνισμό, αλλά και σε φορέα αγνότητας ως επίκληση για βοήθεια και προστασία αγνοσύνης και ιερότητας.

1) α) ΑΓΓΛΙΚΕΣ ΛΕΞΕΙΣ ΜΕ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΡΙΖΑ: Agi- ή Hagi-, Agio Hagio.

β) ΑΓΓΛΙΚΑ: Beloved, hallow, holy, sanctify.

- Ἀγιάζω, f. σω, p. κα, to sanctify; consecrate; purify; with ἐμαυτόν, understood, to devote one’s self as a victim, Heb. ii, 11; 1. a. pas. ἡγιάσθην, 1. f. ἁγιασθήσομαι. From ἅγιος. Not used by the profane writers.

- ἁγι-άζω ,

A. = ἁγίζω, LXX Ge.2.3,al., Ph.2.238:—Pass., “ἁγιασθήτω τὸ ὄνομά σου” Ev.Matt.6.9.

2) ΛΑΤΙΝΙΚΑ: Santificare, Dedicate (ἁγίζω).

3) ΓEPMANIKA: Heiligen, Weihen, Sanktionieren, Annehmen.

4) ITAΛIKA: Santificare, Consacrare.

5) ΓAΛΛIKA: Sanctifier.

6) IΣΠANIKA: Santificar, Consagrar, Venerar.

7) ΠOPTOΓAΛIKA: Santificar, Consagrar, Venerar.

EKΤΥΠΩΣΗ εκτύπωση