Ευρετήριο

Βαστάζω






ΡΙΖΑ: Αβεβ. ετύμου, ίσως συνδέεται με λατ. BASTUM "μπαστούνι" και BASTERNA "φορείο".

ΕΡΜΗΝΕΙΑ:

1) Σηκώνω, κρατώ, βαστώ (βλ. συντ. παρατ. 1Ai, 2Bi),

2) Αντέχω, υπομένω (βλ. συντ. παρατ. 1Ai),

3) Φράση: i) διαδίδω, μεταφέρω (βλ. συντ. παρατ. 3i).

ΣΥΝΩΝΥΜΑ: Φέρω Luk 23:26, Ἐκφέρω Luk 15:22, Ἀποφέρω 1Co 16:3, Φορτίζω Mat 11:28, Φορτίον Mat 11:30, Luk 11:46, Συναπάγω Gal 2:13, Συγκομίζω Act 8:2, Ἐκκομίζω Luk 7:12, Πιάζω Act 3:7, 12:4, Ἀπαίρω Mat 9:15, Ἐπαίρω Act 1:9, Ἀναιρῶ Heb 10:9, Ἀφαιρῶ Luk 1:25, Περιαιρῶ Act 27:40, Περιφέρω Mar 6:55, Ἀπάγω Mat 7:13, Αἴρω Joh 1:29.

ΑΝΤΙΘΕΤΑ: Ἀφίημι Mat 6:12, 14, Ἐγκαταλείπω Act 2:27, 2Co 4:9, Ἐλαφρός Mat 11:30, Ἐλαφριά 2Co 1:17.

ΓΡΑΜΜΑΤΙΚΕΣ ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ: Ρήμα α΄ συζυγίας, βαρύτονο.

ΑΡΧΙΚΟΙ ΧΡΟΝΟΙ ΤΟΥ ΡΗΜΑΤΟΣ:

Ενεστ. βαστάζω, Πρτ. ἐβάσταζον, Μέλ. βαστάσω, Αόρ. ἐβάστασα, Πρκ. βεβάστακα, Υπερσ. ἐβεβαστάκειν.

Μέσ. Ενεστ. βαστάζομαι, Πρτ. ἐβασταζόμην, Μελ. παθ. βασταχθήσομαι, Αόρ. παθ. ἐβαστάχθην, Πρκ. βεβάσταγμαι, Υπερσ. ἐβεβαστάγμην.

Για αναλυτική μελέτη βλ. Αρχαιοελληνική Γραμματική ΤΑ ΡΗΜΑΤΑ.

ΣΥΝΤΑΚΤΙΚΕΣ ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ:

1) ΒΑΣΤΑΖΩ

Α) Μεταβατικό

i) + αιτ.: βαστάω/σηκώνω κάτι (Luk 10:4 …Μὴ βαστάζετε βαλλάντιον), υποφέρω/αντέχω κάτι (Apoc 2:2 …Ὅτι οὐ δύνῃ βαστᾶσαι κακούς…).

2) Βαστάζομαι

Α) Αμετάβατο: βαστάζομαι, υποβαστάζομαι (Act 3:2 …Ἀνήρ χωλός …Ὑπάρχων ἐβαστάζετο).

Β) Μεταβατικό

i) + ποιητ. αιτ.: βαστάζομαι από… (Act 21:35 …Βαστάζεσθαι αὐτὸν ὑπό τῶν στρατιωτῶν…).

ΦΡΑΣΕΙΣ:

«Βαστάζω τὸ ὄνομα (τινός)»: διαδίδω το όνομα κάποιου (Act 9:15 …Βαστᾶσαι τὸ ὄνομά μου ἐνώπιον ἐθνῶν).

Για αναλυτική μελέτη βλ. Αρχαιοελληνικό Συντακτικό ΣΥΝΤΑΞΙΣ ΤΟΥ ΡΗΜΑΤΟΣ.

ΤΥΠΟΙ ΤΟΥ ΡΗΜΑΤΟΣ ΣΤΟ ΚΕΙΜΕΝΟ:

1) Βαστάζει: γ΄ ενικό Οριστικής Ενεστώτα Ενεργητικής Φωνής.

2) Βαστάζειν: Απαρέμφατο Ενεστώτα Ενεργητικής Φωνής.

3) Βαστάζεις: β΄ ενικό Οριστικής Ενεστώτα Ενεργητικής Φωνής.

4) Βαστάζεσθαι: Απαρέμφατο Ενεστώτα Μεσοπαθητικής Φωνής.

5) Βαστάζετε: β΄ πληθυντικό Οριστικής Ενεστώτα Ενεργητικής Φωνής.

6) Βαστάζοντες: Ονομαστική πληθυντικού μετοχής αρσενικού γένους του Ενεστώτα Ενεργητικής Φωνής.

7) Βαστάζοντος: Γενική ενικού μετοχής αρσενικού γένους του Ενεστώτα Ενεργητικής Φωνής.

8) Βαστάζων: Ονομαστική ενικού μετοχής αρσενικού γένους του Ενεστώτα Ενεργητικής Φωνής.

9) Βαστᾶσαι: Απαρέμφατο Αορίστου Ενεργητικής Φωνής.

10) Βαστάσασα: Ονομαστική ενικού μετοχής θηλυκού γένους του Αορίστου Ενεργητικής Φωνής.

11) Βαστάσασι: Δοτική πληθυντικού μετοχής αρσενικού γένους του Αορίστου Ενεργητικής Φωνής.

12) Βαστάσει: γ΄ ενικό Οριστικής Μέλλοντα Ενεργητικής Φωνής.

13) Ἐβάσταζεν: γ΄ ενικό Οριστικής Παρατατικού Ενεργητικής Φωνής.

14) Ἐβαστάζετο: γ΄ ενικό Οριστικής Παρατατικού Μεσοπαθητικής Φωνής.

15) Ἐβάστασαν: γ΄ πληθυντικό Οριστικής Αορίστου Ενεργητικής Φωνής.

16) Ἐβάστασας: β΄ ενικό Οριστικής Αορίστου Ενεργητικής Φωνής.

17) Ἐβάστασεν: γ΄ ενικό Οριστικής Αορίστου Ενεργητικής Φωνής.

ΑΞΙΟΣΗΜΕΙΩΤΑ ΕΔΑΦΙΑ:

Apoc 2:2,3: «οἶδα τὰ ἔργα σου καὶ τὸν κόπον καὶ τὴν ὑπομονήν σου καὶ ὅτι οὐ δύνῃ βαστάσαι κακούς, καὶ ἐπείρασας τοὺς λέγοντας ἑαυτοὺς ἀποστόλους καὶ οὐκ εἰσὶν καὶ εὗρες αὐτοὺς ψευδεῖς, καὶ ὑπομονὴν ἔχεις καὶ ἐβάστασας διὰ τὸ ὄνομά μου καὶ οὐ κεκοπίακες.»

Apoc 17:7: «Καὶ εἶπέν μοι ὁ ἄγγελος· διὰ τί ἐθαύμασας; ἐγὼ ἐρῶ σοι τὸ μυστήριον τῆς γυναικὸς καὶ τοῦ θηρίου τοῦ βαστάζοντος αὐτὴν τοῦ ἔχοντος τὰς ἑπτὰ κεφαλὰς καὶ τὰ δέκα κέρατα.»

ΠΑΡΑΠΟΜΠΕΣ:

Apoc 2:2,3: Act 20:29,30, 2Co 11:13, 1Pe 4:14, Gal 6:9

Apoc 17:7: Apoc 17:5, 17:3

1) Η λ. Ἐβάστασεν στο εδάφιο Mat 8:17 αποτελεί εκπλήρωση προφητείας (παραβ. Ο΄ Hsa 53:4).

2) Απάγω, λαμβάνω και φεύγω, «παίρνω», Εὐαγγ.κ.Ἰω. 20:15 «καὶ οὕτω, κλέπτω» (παραβ. από τους Σκώτους τη χρήση του αγγλ. ρήματος to lift). Οι Πολύβ. 32.25,4, Διογ.Λ.4.59, Λουκ., Ἰώσηπ. Α.Ι.1.19, τέτοια έννοια αποδίδουν στη λέξη στο Εὐαγγ. κ. Ἰω. 12:2.

1) ΑΓΓΛΙΚΑ: Tote, Bear, Carry, Take.

Βαστάζω, f. σω, and Dor. βαστάζω, 1. a. act. ἐβάστασα, pas. ἐβαστάχθην, to lift, lift up, raise, and hence, to praise, extol, Pind.; to carry forth or away; to have in one’s hands, to poise; hence, to have in one’s mind, to examine, try, weigh, ponder, consider, Aristoph. Thesm. 437; to carry or bear, as to the tomb, Eurip. Alc. 726, to take the hand of, 917, pas. to be borne in the arms, 19; to take upon one’s self and bear, Matt. viii, 17; to support, endure, Matt. 20, 12; also in the sense of to wear, as φορέω by the classic writers; to handle, to touch, Soph. Œd. C. 1105, as in Odys. xxi, 405; part. 1. a. act. βαστάσας, αντος. Th. βάω, βαίνω.

2) ΛΑΤΙΝΙΚΑ: Tollo, Anfero, Asporto, Sepelio, Porto, Extollo, Sustineo, Sustendo, Portare, Baiulare, Sustinere, Tollere.

3) ΓΕΡΜΑΝΙΚΑ: Tote.

4) ΙΤΑΛΙΚΑ: Tote.

5) ΓΑΛΛΙΚΑ: Fourre-Tout.

6) ΙΣΠΑΝΙΚΑ: Totalizador, Toma.

7) ΠΟΡΤΟΓΑΛΙΚΑ: Tote.

8) ΟΛΛΑΝΔΙΚΑ: Totalisator.