Ευρετήριο

Βασίλισσα





ΡΙΖΑ: < ΒΑΣΙΛ-ΕΥ-Σ + επίθημ. ξενικής προέλευσης -ΙΣΣΑ, βλ.λ. ΒΑΣΙΛΕΥΣ. (Βλ. ΕΙΔ. ΑΝΑΦ. 4).

ΕΡΜΗΝΕΙΑ: Βασίλισσα (μεταγεν. τύπος του ΒΑΣΙΛΕΙΑ), η γυναίκα που ασκεί βασιλική εξουσία, η σύζυγος του βασιλιά.

ΟΜΟΡΡΙΖΑ: Βασιλεύς 1Pe 2:13, Βασιλεία Mat 4:8, Apoc 17:18, Βασιλεύω 1Ti 6:15, Συμβασιλεύω 1Co 4:8, Βασιλικός Act 12:20, Βασίλειος 1Pe 2:4.

ΣΥΝΩΝΥΜΑ: Εὐγενής 1Co 1:26, Ἄρχω Mar 10:42, Κύριος Act 2:36, Ἡγεμών Mat 2:6, Κυβερνήτης Act 27:11, Βασιλεύς 1Pe 2:13, Μεγαλειότης Luk 9:43.

ΑΝΤΙΘΕΤΑ: Ὑπηρέτης Mat 5:25, Ὑπήκοος 2Co 2:9, Phl 2:8, Δούλη Luk 1:38, 48, Act 2:18.

ΓΡΑΜΜΑΤΙΚΕΣ ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ: Ουσιαστικό α΄ κλίσης, θηλυκού γένους: Βασίλισσα, -ης.

Για αναλυτική μελέτη βλ. Αρχαιοελληνική Γραμματική ΤΑ ΟΝΟΜΑΤΑ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΑ.

ΤΥΠΟΙ ΤΟΥ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΟΥ ΣΤΟ ΚΕΙΜΕΝΟ:

1) Βασίλισσα: Ονομαστική ενικού. (Βλ. ΕΙΔ. ΑΝΑΦ. 1).

2) Βασιλίσσης: Γενική ενικού.

ΑΞΙΟΣΗΜΕΙΩΤΑ ΕΔΑΦΙΑ:

Apoc 18:7: «ὅσα ἐδόξασεν αὐτὴν καὶ ἐστρηνίασεν, τοσοῦτον δότε αὐτῇ βασανισμὸν καὶ πένθος. ὅτι ἐν τῇ καρδίᾳ αὐτῆς λέγει ὅτι κάθημαι βασίλισσα καὶ χήρα οὐκ εἰμὶ καὶ πένθος οὐ μὴ ἴδω.»

ΠΑΡΑΠΟΜΠΕΣ:

Apoc 18:7: Hsa 47:7-9

1) Για το σχηματισμό του θηλυκού από το αντίστοιχο αρσενικό χρησιμοποιείται το ινδοευρωπαϊκό επίθημα -ΥΑ (ΒΑΣΙΛΗF -ΥΑ, βασιλεία).

2) Η λ. Βασίλισσα είναι αντιστοιχία του λεξιλογίου των Ελλην. Χριστ. Γραφών (Καινή Διαθήκη) με αυτό της περιβάλλουσας Κοινής Ελληνικής γλώσσας. Έτσι στον τομέα της παραγωγικής μορφολογίας ο σχηματισμός του ουσιαστ. σε -ισσα (Βασίλισσα) θεωρείται εξαιρετικά παραγωγικός και έπαιξε σημαντικό ρόλο από την κλασσική εποχή και ιδιαίτερα στα επόμενα στάδια της γλώσσας.

3) Η λ. Βασίλισσα χρησιμοποιείται σπάνια στο πρωτότυπο κείμενο των Χριστιαν. Ελλην. Γραφών (Καινή Διαθήκη).

ΕΒΔΟΜΗΚΟΝΤΑ (Ο'): 1Ki 10:1.

1) ΑΓΓΛΙΚΑ: Queen.

Βασίλισσα, ης, , a queen, a princess.

2) ΛΑΤΙΝΙΚΑ: Regina.

3) ΓΕΡΜΑΝΙΚΑ: Königin.

4) ΙΤΑΛΙΚΑ: Regina.

5) ΓΑΛΛΙΚΑ: Reine.

6) ΙΣΠΑΝΙΚΑ: Reina.

7) ΠΟΡΤΟΓΑΛΙΚΑ: Rainha.

8) ΟΛΛΑΝΔΙΚΑ: Koningin.