Ευρετήριο

Ἀγαλλιάω, -ῶ


ΡΙΖΑ: < ΑΓΑΛΛΟΜΑΙ < *ΑΓΑΛ-JΟΜΑΙ < *ΑΓΑΛΟΣ:

α) ΑΓΑΛΟΣ < ΑΓΑ- «πολύ» + ΛΟΣ (βλ. ΕΙΔ. ΧΑΡΑΚΤΗΡ. ΤΟΥ ΛΟΓΟΥ 5),

β) ΑΓΑΛΟΣ < *AGL-FOS απ' όπου και ΑΓΛΑΟΣ.

ΕΡΜΗΝΕΙΑ: Αγάλλομαι, ευφραίνομαι, αισθάνομαι μεγάλη χαρά, δοκιμάζω μεγάλη, υπερβολική χαρά.

ΟΜΟΡΡΙΖΑ: Ἀγανακτῶ Mat 20:24, Ἀγανάκτησις 2Co 7:11, Ἀγαλλίασις Luk 1:14, Γελῶ Luk 6:21,25, Γέλως Jac 4:9, Γαλήνη Mat 8:26.

ΣΥΝΩΝΥΜΑ: Χαίρω Mar 14:11, Εὐφραίνομαι 2Co 2:2, Ἡδέως Mar 12:37, Ἀσμένως Act 21:17.

ΑΝΤΙΘΕΤΑ: Αἰσχύνη Luk 14:9, Αἰσχύνομαι Luk 16:3, Λυποῦμαι Mat 14:9, Ὀδυνῶμαι Luk 16:24, Act 20:38.

ΓΡΑΜΜΑΤΙΚΕΣ ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ: Ρήμα α΄ συζυγίας, συνηρημένο σε -άω.

ΑΡΧΙΚΟΙ ΧΡΟΝΟΙ ΤΟΥ ΡΗΜΑΤΟΣ:

Ενεστ. ἀγαλλιῶ, Πρτ. ἠγαλλίων, Μέλ. ἀγαλλιάσω, Αόρ. ἠγαλλίασα, Πρκ. ἠγαλλίακα, Υπερσ. ἠγαλλιάκειν.

Μέσ. Ενεστ. ἀγαλλιῶμαι, Πρτ. ἠγαλλιώμην, Μέλ. μέσ. ἀγαλλιάσομαι, Μελ. παθ. ἀγαλλιαθήσομαι, Αόρ. μέσ. ἠγαλλιασάμην, Αόρ. παθ. ἠγαλλιάθην, Πρκ. ἠγαλλίαμαι, Υπερσ. ἠγαλλιάμην.

Για αναλυτική μελέτη βλ. Αρχαιοελληνική Γραμματική ΤΑ ΡΗΜΑΤΑ.

ΣΥΝΤΑΚΤΙΚΕΣ ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ:

1) Ἀγαλλιῶ

Α) Αμετάβατο: Αγάλλομαι, χαίρομαι υπερβολικά. (Luk 1:47… Ἠγάλλιασεν τὸ πνεῦμα μου ἐπί τῷ θεῷ).

2) Ἀγαλλιῶμαι

Α) Αμετάβατο: Αγάλλομαι, χαίρομαι υπερβολικά. (Mat 5:12 …Χαίρετε καὶ ἀγαλλιᾶσθε…).

Για αναλυτική μελέτη βλ. Αρχαιοελληνικό Συντακτικό ΣΥΝΤΑΞΙΣ ΤΟΥ ΡΗΜΑΤΟΣ.

ΤΥΠΟΙ ΤΟΥ ΡΗΜΑΤΟΣ ΣΤΟ ΚΕΙΜΕΝΟ:

1) Ἀγαλλιαθῆναι: Απαρέμφατο Αορίστου α΄ Μεσοπαθητικής Φωνής.

2) Ἀγαλλιᾶσθε: β΄ πληθυντικό Οριστικής ή Προστακτικής του Ενεστώτα Μεσοπαθητικής Φωνής.

3) Ἀγαλλιῶμεν: α΄ πληθυντικό Υποτακτικής του Ενεστώτα Ενεργητικής Φωνής.

4) Ἀγαλλιωμένοι: Ονομαστική πληθυντικού Μετοχής αρσενικού γένους του Ενεστώτα Μεσοπαθητικής Φωνής.

5) Ἠγαλλίασεν: γ΄ ενικό Οριστικής Αορίστου Ενεργητικής Φωνής.

6) Ἠγαλλιάσατο: γ΄ ενικό Οριστικής Αορίστου Μεσοπαθητικής Φωνής.

ΑΞΙΟΣΗΜΕΙΩΤΑ ΕΔΑΦΙΑ:

Apoc 19:6-8: «Κα κουσα ς φωνν χλου πολλο κα ς φωνν δτων πολλν κα ς φωνν βροντν σχυρν λεγντων· λληλουϊ, τι βασλευσεν κριος θες [μν] παντοκρτωρ. χαρωμεν κα γαλλιμεν κα δσωμεν τν δξαν ατ, τι λθεν γμος το ρνου κα γυν ατο τομασεν αυτν κα δθη ατ να περιβληται βσσινον λαμπρν καθαρν· τ γρ βσσινον τ δικαιματα τν γων στν».

Η Βαβυλώνα η Μεγάλη ως «η μητέρα των πορνών» θα κατέβαλλε λογικά κάθε προσπάθεια για να παραπλανήσει τη «νύφη του Χριστού», τους 144.000 αδελφούς του, «ώστε ν’ απιστήσει και αυτή στον μέλλοντα σύζυγό της» (παραβ. 2Co 11:2,3, Eph 5:25-27) και να γίνει και αυτή «πόρνη».

Αλλά οι εκμαυλιστικές αυτές προσπάθειές της να παρασύρει «τη νύφη» στην πορνεία αποτυγχάνουν παταγωδώς και γι’ αυτό το λόγο η ουράνια αγαλλίαση είναι ακόμα μεγαλύτερη.

Τελικά η μεγάλη πόρνη έχει φύγει από τη μέση, ερημωμένη και γυμνή, και η νύφη έχει νικήσει και προχωράει για το γάμο της με το «Αρνί». Όλοι οι προσκαλεσμένοι στο γάμο είναι γεμάτοι από χαρά.

Με το γάμο αυτό ο Ιεχωβά Θεός κάνει την έναρξη μιας νέας εποχής στη Βασιλεία Του, δεδομένου ότι η μεγάλη πόρνη έχει εξαφανιστεί και δεν αποτελεί πλέον την αντίπαλη τη ς αγνής λατρείας.

ΠΑΡΑΠΟΜΠΕΣ:

Apoc 19:7: Apoc 7:12  1 Th 4:16  Mat 25:10  Apoc 19:9  2Co 11:2   

1) Η λ. Ἀγαλλιῶ που χρησιμοποιείται σπάνια στο πρωτότυπο κείμενο των Χριστιανικών Ελληνικών Γραφών (Καινή Διαθήκη). Aποτελεί Ελληνισμό (δηλ. ιδιοτυπία) της Ελληνικής γλώσσας και αντιστοιχεί στο λεξιλόγιο της «Κοινής» Ελληνικής γλώσσας το οποίο περιλαμβάνεται στο πρωτότυπο κείμενο των Χριστιανικών Ελληνικών Γραφών (Καινή Διαθήκη).

2) Η λ. Ἠγαλλίασεν στο εδάφιο Luk 1:47 περιλαμβάνεται σε μια περιγραφή με ποιητική έξαρση ως ένας ύμνος χωρίς μέτρο. Πρόκειται για ένα λογοτεχνικό χαρακτηριστικό του (πρωτότυπου) κειμένου των Χριστιανικών Ελληνικών Γραφών (Καινή Διαθήκη).

3) Η λ. Ἀγαλλιῶμεν στο εδάφιο Apoc 19:7 περιλαμβάνεται σε μια περιγραφή με ποιητική έξαρση ως ένας ύμνος χωρίς μέτρο. Πρόκειται για ένα λογοτεχνικό χαρακτηριστικό του (πρωτότυπου) κειμένου των Χριστιανικών Ελληνικών γραφών (Καινή Διαθήκη).

4) Η λ. Ἠγαλλιάσατο στο εδάφιο Act 2:26 αποτελεί εκπλήρωση προφητείας (παραβ. Ο΄ Psa 16:18-11).

5) Ἀγαλλιάω, μεταγεν. τύπος του ἀγάλλομαι – χαίρω καθ’ υπερβολήν. Apoc 19:7, (άλλη γραφ. ἀγγαλλιώμεθα): ἠγαλλίᾱσα, Luk 1:7: - συνηθέστερο ως αποθ. Ἀγαλλιάομαι ή ἀγαλλιάζομαι, Ο΄ μέλλ. –άσομαι αυτ.: αορ. ἠγαλλιᾱσάμην, Psa 15:9, Joh 8:56. Ομοίως ἠγαλλιάσθην, Joh 5:35.

ΕΒΔΟΜΗΚΟΝΤΑ Ο': Psa 51:14, 59:16.

1) ΑΓΓΛΙΚΑ: Glad, Joy, Rejoice.

Ἀγαλλιάω, -, f. ασω, p. ἠγαλλίακα, to leap for joy, to exult; 1. a. m. ἠγαλλιασάμην, ω, ατο, 1. a. pas. ἠγαλλιάσθην, in the sense of the middle voice. N. T. and the Ecclesiastical writers. Th. ἀγάλλω.

2) ΛΑΤΙΝΙΚΑ: Exultare, Laetari, Mulceo, Ovo, Collubet, Congratulor, Praegestio, Gratulor, Grator, Collibet, Conlibet.

3) ΓΕΡΜΑΝΙΚΑ: Erfreuen, Sich Freuen, Jubeln, Frohlocken, Jauchzen, Sich Erfreuen, Triumphieren, Hocherfreut Sein.

4) ΙΤΑΛΙΚΑ: Gioire, Rallegrarsi, Rallegrare, Allietare, Rendere lieto.

5) ΓΑΛΛΙΚΑ: Rijouir, Ravir, Possider, Enchanter.

6) ΙΣΠΑΝΙΚΑ: Regocijarse, Alegrarse, Regocijar, Alegrar, Causar alegria a.

7) ΠΟΡΤΟΓΑΛΙΚΑ: Alegrar, Regozijar-se, Rejubilar, Causar alegria a, Encher de contentamento.

8) ΟΛΛΑΝΔΙΚΑ: Verheugen.