Ευρετήριο

Ἄβυσσος




ΡΙΖΑ: < αρχ. επίθ. ΑΒΥΣΣΟΣ < Α- στερητικό + ΒΥΣΣΟΣ, ποιητ. τύπος του ΒΥΘΟΣ. Οι Εβδομήκοντα χρησιμοποίησαν τη λ. ΑΒΥΣΣΟΣ ως μτφρ. του εβρ. TEHOM «υδάτινο βάθος». (Βλ. ΕΙΔ. ΧΑΡΑΚΤΗΡ. ΤΟΥ ΛΟΓΟΥ 2 και 3).

ΕΡΜΗΝΕΙΑ:

1) Μεγάλο βάθος θάλασσας, αμέτρητο βάθος.

2) Βαραθρώδες χάσμα.

3) (Μεταφ. εκφρ.) Άδης, αθέατος τόπος, αφανής τοποθεσία (βλ.λ.).

4) (Κυρ.) ως όρος μπορεί ν’ αναφέρεται επίσης και στην απεραντοσύνη της θάλασσας.

ΟΜΟΡΡΙΖΑ: Βάθος Mat 13:5, Βυθός 2Co 11:25, Βυθίζω Luk 5:7, Βαθύς Act 20:9, Βαθέως Luk 24:1, Βαθύνω Luk 6:48, Βάπτω Luk 16:24, Βαπτίζω Mat 3:6, Βάπτισμα Act 1:22, Βαπτισμός Mar 7:4, Βαπτιστής Mat 3:1, Ἐμβάπτω Mar 14:20.

ΣΥΝΩΝΥΜΑ: Χάσμα Luk 16:26, Κενό Mar 12:3, Φρέαρ Apoc 9:1, Ἄδης Mat 11:23, Θάλασσα (Apoc 13:1).

ΑΝΤΙΘΕΤΑ: Ἐπιφάνεια 2Th 2:8, Ὕψος Eph 3:18, Ὕψωμα Rom 8:39.

ΓΡΑΜΜΑΤΙΚΕΣ ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ: Ουσιαστικό β΄ κλίσης, θηλυκού γένους: Ἄβυσσος, -ου.

Για αναλυτική μελέτη βλ. Αρχαιοελληνική Γραμματική ΤΑ ΟΝΟΜΑΤΑ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΑ.

ΤΥΠΟΙ ΤΟΥ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΟΥ ΣΤΟ ΚΕΙΜΕΝΟ:

1) Ἄβυσσον: Αιτιατική ενικού.

2) Ἀβύσσου: Γενική ενικού.

ΕΞΕΙΚΟΝΙΣΤΙΚΗ ΛΕΚΤΙΚΗ ΦΡΑΣΕΟΛΟΓΙΑ:

Άβυσσος (Apoc 11:7)

Αυτή είναι η πρώτη από τις 37 φορές που αναφέρεται κάποιο θηρίο στην Αποκάλυψη. Στον κατάλληλο καιρό θα εξετάσουμε αυτό και άλλα θηρία λεπτομερώς. Προς το παρόν αρκεί να λεχθεί ότι «το θηρίο που ανεβαίνει από την άβυσσο» αποτελεί επινόηση του Σατανά και είναι ένα ζωντανό πολιτικό σύστημα πραγμάτων*. (Παραβ. Apoc 13:1· Dan 7:2, 3, 17).

*Η λέξη α̉́βυσσος του πρωτότυπου ελληνικού κειμένου (στην εβραϊκή, τεχόμ) αναφέρεται συμβολικά σε έναν τόπο αδράνειας. (Βλ. Apoc 9:2.) Με κυριολεκτική έννοια, όμως, μπορεί να αναφέρεται επίσης στην απέραντη θάλασσα. Συνήθως η εβραϊκή λέξη μεταφράζεται «υδάτινα βάθη». (Psa 71:20· 106:9· Jon 2:5) Επομένως, «το θηρίο που ανεβαίνει από την άβυσσο» μπορεί να ταυτιστεί με το «θηρίο που ανεβαίνει από τη θάλασσα». (Apoc 11:7· 13:1).

Apoc 20:3: «κα βαλεν ατν ες τν βυσσον κα κλεισεν κα σφργισεν πνω ατο, να μ πλανσ τι τ θνη χρι τελεσθ τ χλια τη. μετ τατα δε λυθναι ατν μικρν χρνον.»

Όπως περιγράφεται στο εδάφιο Apoc 21:5 (βλ.λ.), καθώς καταστρέφεται το παλαιό ασεβές πονηρό σύστημα πραγμάτων, τίθεται εκτός δράσης και ο Σατανάς ή Διάβολος μαζί με τους δαίμονές του. Έτσι απελευθερώνεται για πρώτη φορά η ανθρωπότητα από τη σατανική επιρροή που ήταν γεμάτη από μίσος και αρνητική επιρροή. Ολόκληρη η ανθρωπότητα πλέον «αναπνέει» ελεύθερα και ένα τεράστιο αίσθημα ανακούφισης κυριαρχεί τελικά σ’ εκείνους τους πιστούς δούλους του Θεού που απελευθερώνονται, έτοιμοι να ζήσουν αιώνια σε μια παραδεισένια γη: «κα κουσα φωνς μεγλης κ το θρνου λεγοσης· δο σκην το θεο μετ τν νθρπων, κα σκηνσει μετ ατν, κα ατο λαο ατο σονται, κα ατς θες μετ ατν σται [ατν θες], 4 κα ξαλεψει πν δκρυον κ τν φθαλμν ατν, κα θνατος οκ σται τι οτε πνθος οτε κραυγ οτε πνος οκ σται τι, [τι] τ πρτα πλθαν.» (Apoc 21:3-4).

ΕΝΔΙΑΦΕΡΟΥΣΕΣ ΑΝΑΦΟΡΕΣ:

Άβυσσος (Apoc 20:1)

Μήπως ο Σατανάς και οι δαίμονές του θα είναι σε δράση όταν θα βρίσκονται στην άβυσσο;

Θυμηθείτε το κατακόκκινο εφτακέφαλο θηρίο που «ήταν, αλλά δεν είναι, και εντούτοις πρόκειται ν’ ανεβεί από την άβυσσο» (Apoc 17:8). Ενώ βρισκόταν στην άβυσσο «δεν ήταν». Ήταν αδρανές, ακινητοποιημένο, στην ουσία νεκρό.

Παρόμοια, μιλώντας για τον Ιησού, ο Απόστολος Παύλος είπε: «Ποιος θα κατεβεί στην άβυσσο; δηλαδή για ν’ ανεβάσει τον Χριστό από τους νεκρούς» (Rom 10:7). Ο Ιησούς ενόσω βρισκόταν σ’ εκείνη την άβυσσο ήταν νεκρός. Διευκρινίζεται ότι άλλα εδάφια λένε ότι ο Ιησούς βρισκόταν στον Άδη όταν ήταν νεκρός (Act 2:31). Ωστόσο δεν πρέπει να συμπεράνουμε ότι ο Άδης και η άβυσσος είναι το ίδιο πράγμα. Ενώ το θηρίο και ο Σατανάς πηγαίνουν στην άβυσσο, για τους ανθρώπους λέγεται ότι πηγαίνουν στον Άδη, όπου κοιμούνται τον ύπνο του θανάτου μέχρι την ανάστασή τους (Job 14:13, Apoc 20:13).

Είναι, λοιπόν, λογικό να συμπεράνουμε ότι ο Σατανάς και οι δαίμονές του θα βρίσκονται σε μια κατάσταση αδράνειας που μοιάζει με θάνατο κατά τα χίλια χρόνια της παραμονής τους στην άβυσσο.

Τι καλά νέα είναι αυτά για εκείνους που αγαπούν τη δικαιοσύνη!

ΑΞΙΟΣΗΜΕΙΩΤΑ ΕΔΑΦΙΑ:

Apoc 20:1-3,10,15: «Κα εδον γγελον καταβανοντα κ το ορανο χοντα τν κλεν τς βσσου κα λυσιν μεγλην π τν χερα ατο. κα κρτησεν τν δρκοντα, φις ρχαος, ς στιν Διβολος κα Σατανς, κα δησεν ατν χλια τη κα βαλεν ατν ες τν βυσσον κα κλεισεν κα σφργισεν πνω ατο, να μ πλανσ τι τ θνη χρι τελεσθ τ χλια τη. μετ τατα δε λυθναι ατν μικρν χρνον.» «κα διβολος πλανν ατος βλθη ες τν λμνην το πυρς κα θεου που κα τ θηρον κα ψευδοπροφτης, κα βασανισθσονται μρας κα νυκτς ες τος αἰῶνας τν αἰώνων.» «κα ε τις οχ ερθη ν τ ββλ τς ζως γεγραμμνος, βλθη ες τν λμνην το πυρς.»

Κατά τη διάρκεια της επίγειας διακονίας του ο Ιησούς Χριστός προσδιόρισε το φίδι του εδαφίου Gen 3:15 ως το Σατανά το Διάβολο και το σπέρμα του φιδιού ως τους ακολούθους του Σατανά του Διαβόλου (παραβ. Mat 23:33, Joh 8:44).

Αργότερα αποκαλύφθηκε ότι όλοι αυτοί (Σατανάς και ακόλουθοί του) θα συντριβούν ολοκληρωτικά και για πάντα, όπως περιγράφουν τα ανωτέρω σχετικά εδάφια.

ΠΑΡΑΠΟΜΠΕΣ:

Apoc 9:1 : Luk 8:31,  Apoc 9:11

Apoc 9:11 : Apoc 9:1,  Apoc 20:1

Apoc 11:7 : Apoc 13:1

Apoc 17:8 : Apoc 20:1

Apoc 20:1 : Apoc 9:1

Apoc 20:3 : Apoc 9:11

1) Η λ. Ἄβυσσον στο εδάφιο Rom 10:7 αποτελεί παραπομπή από σχετικό εδάφιο Εβρ. Γραφ. (Ο΄ Deu 30:14).

2) Η σύνθετη αυτή λ. Ἄβυσσος (βλ. ΡΙΖΑ) αποτελεί (ως σύνθεση) ένα από τα γνωρίσματα της «Κοινής» Ελληνικής γλώσσας τα οποία περιλαμβάνονται στις Χριστιανικές Ελληνικές Γραφές (Καινή Διαθήκη).

3) Το βασικό στερητικό πρόθεμα Α- και ΑΝ- της Αρχαίας Ελληνικής γλώσσας εκφράζει έλλειψη, στέρηση, απουσία και γενικά (εκφράζει) αντίθεση του δηλουμένου από το υπόλοιπο μέρος της λέξης (παραβ.: Ἄ-κακος Rom 16:18, Heb 7:26, Ἄ-καρπος Mat 13:22, Ἄ-νομος Luk 22:37, Act 2:23, Ἄ-σοφος Eph 5:15). Το στερητικό πρόθεμα Α- και ΑΝ- προέρχεται από την ΙΝΔ/Ε ρίζα Ν- (ημίφωνο), η οποία είναι συνεσταλμένη μορφή της ρίζας ΝΕ-, η οποία έχει διατηρηθεί στις λ. Νη-στεύω (Mat 4:2), Νη-στεία (Luk 2:37), Νῆ-στις (Mat 15:32). Σημειώνεται ότι το Α- εμφανίζεται όταν ακολουθεί σύμφωνο (παραβ. Ἄ-κακος Rom 16:18, Ἀ-κατάλυτος Heb 7:16). Το δε ΑΝ- όταν ακολουθεί φωνήεν (παραβ. Ἀν-εξιχνίαστος Rom 11:33, Ἀν-επίλημπτος 1Ti 3:2).

4)· Η κόλαση, ο άδης. Luk 8:31. Apoc 9:1 (περὶ της ρίζας βλ. βαθύς).

ΕΒΔΟΜΗΚΟΝΤΑ Ο': Gen 1:2. 7:11, 8:2, Hsa 44:27.



1) α) ΑΓΓΛΙΚΕΣ ΛΕΞΕΙΣ ΜΕ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΡΙΖΑ: Abyss, Abysm, Abysm, Abyssal, Abyssal, Abyssal, Abyssmal, Abyssmally, Abyssabenthic, Abyssobenthic, Abyssalpelagic, Abyssopelagic, Abyssolith, Abyssolithic, Abyssal, Abysse.

β) ΑΓΓΛΙΚΑ: Bottom, Deep, Pit.

Ἄβυσσος, ου, , , bottomless, having no bottom, very deep; τὰς πηγὰς τοῦ Νείλου ἐούσας ἀβύσσους, the fountains of the Nile, which are very deep, Herod. ii, 28; an abyss; the bottomless pit, gehenna, the receptacle of the dead, as well as of emons, N. T. From α and βυσσός, Ion. for βυθός, depth.

2) ΛΑΤΙΝΙΚΑ: Abyssus, profundum, hiatus, concavum, barathrum, vorago, gurges.

3) ΓΕΡΜΑΝΙΚΑ: Abgrund, Rachen.

4) ΙΤΑΛΙΚΑ: Abisso, Voragine.

5) ΓΑΛΛΙΚΑ: Abîme, Abysse.

6) ΙΣΠΑΝΙΚΑ: Abismo, Sima.

7) ΠΟΡΤΟΓΑΛΙΚΑ: Abismo, Barranco, Caos primitivo, Profundidade insondavel, Vortice.

8) ΟΛΛΑΝΔΙΚΑ: Afgrond.