Ευρετήριο

Ἀγαθός, ὁ (ΟΜ)


Ἀγαθός, ὁ (Α)

Ἀγαθός, ὁ (Β) Κ.Δ. (Ε.Γ./ΚΕΙΜ.)


ΡΙΖΑ: Ἄγαμαι (θαυμάζω).

ΕΡΜΗΝΕΙΑ: Θαυμαστός, καλός, ικανός με την ευρύτατη έννοια· απ’ όπου αναφέρονται:

1) Για πρόσωπα, γενναίος Δ 181. Ι 341, ικανός, έξοχος Β 732. Γ 179, πολλ. με αιτ. οίον πυξ, βοήν, αγ-. ιδ. ευγενής (παραβ. το λατ. optimates, αντίθ. χέρηες, ο 324) Ξ 113, Φ 109,·ανδρείος (αντίθ. κακός Ν 279, Ρ 632) Ν 238, 284, 314, Φ 280.

2) Για πράγματα και καταστάσεις, εξαίρετος Ζ 478, τ 27, ν 246, επωφελής Β 204, Λ 793, ρ 347, ευγενής, καλός Ω 632, δ 611, ἀγαθόν τε κακόν τε = καλόν και κακόν, ευτυχία και δυστυχία δ 237, 392, θ 63, ἀγαθοῖσι γεραίρειν = να προσφέρει τιμή ξ 441, ἀγαθά φρονεῖν = το να θέλει το καλόν α 43,·είμαι φρόνιμος, έχω μυαλό Ζ 162, εἰς ἀγαθόν ή ἀγαθά εἰπεῖν = για το συμφέρον, για το καλό λέω, πείθεσθαι εἰς ἀγαθόν = υπακούω, ακολουθώ την καλή συμβουλή.

ΟΜΟΡΡΙΖΑ: Ἀγαθότητα, Καλοκάγαθος.

ΣΥΝΩΝΥΜΑ: Ἐνάρετος, Εὐήθης, Εὐγενής, Καλός.

ΑΝΤΙΘΕΤΑ: Κακός.

ΓΡΑΜΜΑΤΙΚΕΣ ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ:

1) Επίθετο β΄ κλίσης, τρικατάληκτο σε: -ός, -ή, -όν.

2) Η λ. σχηματίζει ανώμαλα παραθετικά επίθετα: α) συγκριτ. βαθμός: βελτίων, ἀμείνων, κρείσσων, λωΐων (λώων), β) συγκριτ.: (ποιητ. τύπου) βέλτερος, λωΐτερος, ωσ. φέρτερος, γ) υπερθ.: βέλτιστος, ἄριστος, κράτιστος, λώιστος (λώστος), δ) υπερθ. ποιητ. τύπου: βέλτατος, φέρτατος, φέριστος.

3) Σε κοινή χρήση σχημ. το επίρ. εὖ = καλώς.

Για αναλυτική μελέτη βλ. Ομηρική Γραμματική.


ΛΕΞΗ-ΦΡΑΣΕΙΣ-ΣΧΕΤΙΚΕΣ ΑΝΑΦΟΡΕΣ-ΑΠΟΦΘΕΓΜΑΤΑ-ΓΝΩΜΙΚΑ-ΠΟΙΗΤΙΚΗ ΑΔΕΙΑ ΑΠΕΙΚΟΝΙΣΕΙΣ:

ΛΕΞΗ-ΦΡΑΣΕΙΣ: «Οἷα τε τοῖς ἀγαθοῖσι παραδρώωσι χέρηες» (Ο 324) – «πατρός δ’ εἰμ’ ἀγαθοῖο θεά δε με γείνατο μήτηρ (Φ 109), δ 611).

- Εἰς ἀγαθόν ἤ ἀγαθά εἰπεῖν = για το συμφέρον, για το καλό λέω (Δ 408, Ι 184)· πείθεσθαι εἰς ἀγαθόν = υπακούω, ακολουθώ την καλή συμβουλή· ἀγαθοῖσι γεραίρειν = τιμή προσφέρω (ξ 441)· ἀγαθά φρονεῖν = να θέλεις το καλό (α 43), είμαι φρόνιμος, έχω νου (Ζ 162)· ἀγαθόν τε, κακόν τε, καλόν και κακόν εὐτυχία και δυστυχία (δ 237, 392, θ 63).

ΠΑΡΑΠΟΜΠΕΣ: Δ 181, Ι 341, Β 732, Γ 179, ο 324, Ξ 113, Φ 109, Ν 279, Ρ 632, Ν 238, 284, 314, Φ 280, Ζ 478, τ 27, v 246, Β 204, Λ 793, ρ 347, Ω 632, δ 611, δ 237, 392, θ 63, ξ 441, Ζ 162, σ 276, γ 266, ω 194, π 398, ξ 424, Θ 360, Ζ 162, α 30, 43, Ω 173, ρ 352, Η 282, Ι 102, Ψ 305, Λ 789.

ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ

1) α) ΑΓΓΛΙΚΕΣ ΛΕΞΕΙΣ ΜΕ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΡΙΖΑ: Agathism, Agathist, Agathodaemon - Agathodemon, Agathopiia, Agathokakological, Agathology.

β) ΑΓΓΛΙΚΑ: Benefit, Good, Goods, Kind. Fair, Good (of things), Fine (of metals), Goods. For good. Good news (Mat 24:14). It is well that, better, Benign, Kindly, Virtuons, Honest, Decent, Innocent, Bonhomme.

Ἀγαθός : good.—Hence (1) of persons, ‘valiant,’ ‘brave,’ ἢ κακὸς ἢ ἀγαθός, Il. 17.632; ‘skilful,’ ἰητῆρ᾽ ἀγαθώ, Il. 2.732, freq. w. acc. of specification or an adv., βοήν, πύξ.—Often ‘noble’ (cf. optimates), opp. χέρηες, Od. 15.324.— (2) of things, ‘excellent,’ ‘useful,’ etc.; ἀγαθόν τε κακόν τε, ‘blessing and curse,’ Od. 4.237 ; ἀγαθοῖσι γεραίρειν, ‘honor with choice portions,’ Od. 14.441 ; ἀγαθὰ φρονεῖν, ‘wish one well,’ Od. 1.43; ‘be pure-minded,’ Il. 6.162 ; εἰς ἀγαθόν or ἀγαθὰ εἰπεῖν, ‘speak with friendly intent;’ εἰς ἀγ. πείθεσθαι, ‘follow good counsel.’

EKΤΥΠΩΣΗ εκτύπωση